
Η Arval, η εταιρεία leasing του ομίλου BNP Paribas, συνέχισε την ανοδική της πορεία και στο δεύτερο τρίμηνο του 2026, ωστόσο, η σημαντική υποχώρηση των τιμών μεταχειρισμένων αυτοκινήτων με κινητήρες βενζίνης και diesel περιόρισε τα οφέλη από την ισχυρή ανάπτυξη της βασικής της δραστηριότητας.
Τα συνολικά έσοδα, δηλαδή τα καθαρά τραπεζικά έσοδα της Arval και της Leasing Solutions, μειώθηκαν κατά 21,1%, στα 624 εκατ. ευρώ, ενώ τα προ φόρων κέρδη περιορίστηκαν περισσότερο από το ήμισυ, στα 141 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με τα τριμηνιαία αποτελέσματα της BNP Paribas.
Στον αντίποδα, η βασική δραστηριότητα της Arval παρέμεινε ιδιαίτερα ισχυρή. Ο χρηματοδοτούμενος εταιρικός στόλος της αυξήθηκε στα 1,9 εκατ. οχήματα, σημειώνοντας άνοδο 5,7% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2025. Παράλληλα, οι χρηματοδοτικές απαιτήσεις αυξήθηκαν κατά 7,4%, με την Ισπανία, την Ιταλία και τη Γερμανία να αποτελούν τους βασικούς μοχλούς ανάπτυξης.
Ιδιαίτερα δυναμική ήταν η πορεία της αγοράς ιδιωτών, η οποία ενισχύθηκε κατά 17% και πλέον αντιπροσωπεύει το 12,6% του συνολικού στόλου. Η ανάπτυξη αυτή αποδίδεται σε νέες συνεργασίες που έχει συνάψει η εταιρεία. Συνολικά, τα οργανικά έσοδα της Arval αυξήθηκαν κατά 11,3%, χάρη τόσο στην επέκταση του εταιρικού στόλου όσο και στη βελτίωση του χρηματοοικονομικού περιθωρίου.
Η εικόνα αυτή, ανατράπηκε από την αγορά μεταχειρισμένων. Οι πωλήσεις οχημάτων που επιστρέφουν από συμβάσεις leasing επηρεάστηκαν από τη μείωση των διαθέσιμων όγκων, αλλά κυρίως από την πτώση των τιμών των αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης. Η επιδείνωση ξεκίνησε τον Μάρτιο και συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου, «εν μέσω ενός δυσμενούς γεωπολιτικού περιβάλλοντος και της αύξησης των τιμών των καυσίμων», σύμφωνα με την εταιρεία.
Η Arval προσπάθησε να περιορίσει τις επιπτώσεις μέσω της παράτασης των συμβάσεων leasing και της εκ νέου μίσθωσης μεταχειρισμένων οχημάτων, πρακτικές που συνέβαλαν στη συγκράτηση των απωλειών από τις μεταπωλήσεις.
Σε επίπεδο εξαμήνου, τα έσοδα της Arval και της Leasing Solutions υποχώρησαν κατά 16,3%, στα 1,366 δισ. ευρώ. Παρά τις επιδόσεις αυτές, η συγκεκριμένη δραστηριότητα είχε περιορισμένη επίδραση στη συνολική εικόνα της BNP Paribas, η οποία ανακοίνωσε καθαρά τραπεζικά έσοδα ύψους 14,1 εκατ. ευρώ στο δεύτερο τρίμηνο, αυξημένα κατά 12% σε ετήσια βάση.
Το ζήτημα των μεταχειρισμένων εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την πίεση στα αποτελέσματα. Όπως εξήγησε ο οικονομικός διευθυντής της BNP Paribas, Lars Machenil, κατά την τηλεδιάσκεψη για τα αποτελέσματα στις 23 Ιουλίου, ο εταιρικός στόλος της Arval αποτελεί σήμερα κατά 80% από αυτοκίνητα με κινητήρες εσωτερικής καύσης και κατά 20% από ηλεκτρικά. Την ίδια στιγμή, όμως, τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα αντιπροσωπεύουν ήδη το 28% των νέων οχημάτων που προστίθενται στον στόλο.
Η αλλαγή αυτή δημιουργεί μια αντίστροφη πίεση στην αγορά μεταχειρισμένων: οι τιμές των μεταχειρισμένων ηλεκτρικών ενισχύονται, ενώ οι τιμές των αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης υποχωρούν. Και επειδή τα οχήματα που επιστρέφονται από τις συμβάσεις leasing της Arval είναι ακόμη στη συντριπτική τους πλειονότητα θερμικά, η εταιρεία βρίσκεται αντιμέτωπη με χαμηλότερες αξίες μεταπώλησης. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο Machenil, «δεδομένου ότι έχουμε 80% ICE και 20% EV, αυτό είναι που επιβαρύνει την αξία μεταπώλησης».











