
Ο σημερινός αγώνας δρόμου για την εξασφάλιση πρώτων υλών βιοκαυσίμων, με στόχο την αντιμετώπιση των υψηλών τιμών πετρελαίου, θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση της παγκόσμιας κατανάλωσης βιοκαυσίμων κατά 30% μέσα στη φετινή χρονιά και κατά ένα εντυπωσιακό 70% έως το 2030, σύμφωνα με νέα μελέτη της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Μεταφορών και Περιβάλλοντος, κοινώς αναφερόμενη ως Transport & Environment (T&E). Η εξέλιξη αυτή εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τις παγκόσμιες τιμές τροφίμων, τη στιγμή που οι τιμές των φυτικών ελαίων έχουν ήδη φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα από το 2022. Η Ομοσπονδία προειδοποιεί τις κυβερνήσεις να μην ανταλλάξουν μια κρίση καυσίμων με μια κρίση τροφίμων.
Οι τιμές των περισσότερων βασικών αγροτικών και διατροφικών προϊόντων – και ιδιαίτερα των φυτικών ελαίων – αυξάνονται επί τρεις συνεχόμενους μήνες, επαναλαμβάνοντας το μοτίβο που είχε παρατηρηθεί μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Μετά την αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν και την επακόλουθη άνοδο των τιμών του πετρελαίου, κυβερνήσεις όπως των ΗΠΑ, της Ινδονησίας και της Ταϊλάνδης επέσπευσαν την εφαρμογή νέων στόχων ανάμειξης βιοκαυσίμων στα συμβατικά καύσιμα. Την ίδια στιγμή, μεγάλες εξαγωγικές δυνάμεις όπως η Βραζιλία και η Ινδονησία περιορίζουν τις εξαγωγές βασικών ενεργειακών καλλιεργειών που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή βιοκαυσίμων.

Η Kädi Ristkok, διευθύντρια Ενέργειας και Κλίματος της T&E, δήλωσε σχετικά: «Οι κυβερνήσεις παίζουν ένα επικίνδυνο παιχνίδι, κατευθύνοντας καλλιέργειες που προορίζονται για τη διατροφή προς την παραγωγή καυσίμων. Οι πολιτικοί ηγέτες προσπαθούν δικαιολογημένα να βρουν λύσεις για την τρέχουσα πετρελαϊκή κρίση, όμως τα βιοκαύσιμα δεν μπορούν να διαδραματίσουν παρά μόνο έναν περιορισμένο ρόλο στο ενεργειακό μας σύστημα χωρίς να προκαλέσουν σοβαρές αρνητικές συνέπειες. Οι ακούσιες επιπτώσεις στις τιμές των τροφίμων και στο περιβάλλον είναι τεράστιες. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να επενδύσουν σε πιο βιώσιμες λύσεις, όπως η ηλεκτροκίνηση.»
Καθώς η μελλοντική αγροτική παραγωγή αναμένεται να περιοριστεί λόγω των ελλείψεων σε λιπάσματα, τα παγκόσμια αποθέματα βασικών διατροφικών προϊόντων κινδυνεύουν να εξαντληθούν ταχύτερα. Ήδη σήμερα, η παραγωγή βιοκαυσίμων καταναλώνει το 5% της παγκόσμιας παραγωγής λιπασμάτων για να καλύψει μόλις το 4% των καυσίμων που χρησιμοποιούνται στις μεταφορές παγκοσμίως. Οποιαδήποτε περαιτέρω αύξηση της παραγωγής βιοκαυσίμων θα επιβάρυνε ακόμη περισσότερο μια αγορά που έχει ήδη δεχθεί ισχυρούς κλυδωνισμούς λόγω του αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ.

Η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ανησυχητική σε ορισμένες χώρες. Η Ινδονησία κατευθύνει σχεδόν το ένα πέμπτο της συνολικής κατανάλωσης λιπασμάτων στην παραγωγή βιοκαυσίμων, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες το αντίστοιχο ποσοστό ανέρχεται περίπου στο ένα δέκατο. Σύμφωνα με την ανάλυση της T&E, οι μεγαλύτερες χώρες παραγωγής βιοκαυσίμων εξαρτώνται από τη Ρωσία, την Κίνα και τη Μέση Ανατολή για περισσότερο από το 50% των εισαγωγών λιπασμάτων τους.
Εάν τα βιοκαύσιμα έφταναν να αντιπροσωπεύουν το 20% του παγκόσμιου μείγματος καυσίμων για τις οδικές μεταφορές – στόχος που επιδιώκουν χώρες όπως η Ινδονησία και η Βραζιλία – θα απαιτούνταν επιπλέον 130 εκατομμύρια εκτάρια γης, έκταση αντίστοιχη με ολόκληρη την επιφάνεια της Νότιας Αφρικής. Αυτό θα οδηγούσε σε απώλεια πολύτιμων οικοσυστημάτων, ενώ η αποψίλωση των δασών που θα ακολουθούσε θα προκαλούσε σημαντικά υψηλότερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα από εκείνες των ορυκτών καυσίμων που τα βιοκαύσιμα υποτίθεται ότι αντικαθιστούν.
Η Kädi Ristkok καταλήγει: «Η παγκόσμια έλλειψη λιπασμάτων απειλεί να υπονομεύσει την επισιτιστική ασφάλεια σε ολόκληρο τον κόσμο. Ενώ οι κυβερνήσεις αναζητούν τρόπους να δημιουργήσουν στρατηγικά αποθέματα λιπασμάτων, κανείς δεν συζητά για τον ρόλο των βιοκαυσίμων. Όσο περισσότερες καλλιέργειες καίμε για παραγωγή ενέργειας, τόσο περισσότερα λιπάσματα θα χρειαστούμε. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να θέσουν την παραγωγή τροφίμων πάνω από την παραγωγή καυσίμων».













