
Έντονη αμφισβήτηση δέχθηκε η στρατηγική ανασυγκρότησης του ομίλου Volkswagen (VW) κατά την ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων του που πραγματοποιήθηκε στις 18 Ιουνίου, με τη διοίκηση να βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενη πίεση να αποδείξει ότι το πολυετές σχέδιο μετασχηματισμού μπορεί να επαναφέρει τον γερμανικό κολοσσό στην κερδοφορία και την ανταγωνιστικότητα που τον χαρακτήριζαν επί δεκαετίες. Ο διευθύνων σύμβουλος Oliver Blume υπερασπίστηκε τις επιλογές της διοίκησης, υποστηρίζοντας ότι η πρώτη φάση της αναδιάρθρωσης έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί και ότι έχουν ήδη τεθεί τα θεμέλια για μια πιο ευέλικτη και αποδοτική VW.
Η παρέμβασή του, ωστόσο, δεν κατάφερε να κατευνάσει τις ανησυχίες μεγάλων επενδυτών, οι οποίοι υποστηρίζουν ότι ο όμιλος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά διαρθρωτικά προβλήματα, χαμηλή κερδοφορία, υπερβολική οργανωτική πολυπλοκότητα και σημαντικές δυσκολίες στην κινεζική αγορά, η οποία αποτελεί πλέον το μεγαλύτερο πεδίο ανταγωνισμού για τη διεθνή αυτοκινητοβιομηχανία.
Ο Blume παραδέχθηκε ότι το παραδοσιακό επιχειρηματικό μοντέλο που επί χρόνια εξασφάλιζε την παγκόσμια κυριαρχία της VW δεν ανταποκρίνεται πλέον στις σημερινές συνθήκες. Όπως τόνισε, η ανάπτυξη ενός παγκόσμιου μοντέλου στη Γερμανία, η παραγωγή του στην Ευρώπη και η διάθεσή του σε ολόκληρο τον κόσμο δεν μπορεί πλέον να προσφέρει τα περιθώρια κέρδους του παρελθόντος, σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από γεωπολιτικές εντάσεις, αυστηρότερους κανονισμούς, αυξημένους δασμούς στις Ηνωμένες Πολιτείες και διαρκώς εντεινόμενο ανταγωνισμό από τους Κινέζους κατασκευαστές ηλεκτρικών οχημάτων.
Ο Όμιλος στοχεύει πλέον σε λειτουργικό περιθώριο κέρδους 8% έως 10% έως το 2030, έναντι εκτιμώμενου 4% έως 5,5% τα επόμενα χρόνια. Για να πετύχει τον στόχο αυτό, σχεδιάζει εξοικονόμηση 6 δισ. ευρώ ετησίως έως το τέλος της δεκαετίας, περαιτέρω απλοποίηση της γκάμας μοντέλων, εξορθολογισμό εργοστασίων και βαθιές περικοπές κόστους. Στο πλαίσιο αυτό προβλέπεται η κατάργηση περίπου 50.000 θέσεων εργασίας στη Γερμανία, ενώ η εταιρεία έχει ήδη εξασφαλίσει βιώσιμες εξοικονομήσεις ύψους 1 δισ. ευρώ μέσω εργασιακών συμφωνιών και μειώσεων προσωπικού.
Τα οικονομικά αποτελέσματα αποτυπώνουν το μέγεθος της πρόκλησης. Το 2025 ο όμιλος παρέδωσε περίπου 9 εκατομμύρια οχήματα παγκοσμίως και κατέγραψε έσοδα 322 δισ. ευρώ, ωστόσο τα λειτουργικά κέρδη περιορίστηκαν στα 8,9 δισ. ευρώ, με περιθώριο μόλις 2,8%. Σημαντικό βάρος άσκησαν έκτακτες επιβαρύνσεις σχεδόν 9 δισ. ευρώ, καθώς και οι αμερικανικοί δασμοί, οι οποίοι, σύμφωνα με τη διοίκηση, κοστίζουν στον όμιλο περίπου 5 δισ. ευρώ ετησίως μέσω άμεσων και έμμεσων επιπτώσεων.
Πέραν αυτών όμως, η Volkswagen έχει ήδη αφαιρέσει παραγωγική δυναμικότητα περίπου 2 εκατομμυρίων οχημάτων ετησίως από εργοστάσια σε Ευρώπη και Κίνα, ενώ σχεδιάζει πρόσθετες μειώσεις που αντιστοιχούν σε ακόμη 1 εκατομμύριο οχήματα. Η εταιρεία θεωρεί πλέον ρεαλιστικό στόχο πωλήσεων τα 9 εκατομμύρια οχήματα ετησίως, εγκαταλείποντας τις προ πανδημίας προβλέψεις που ξεπερνούσαν τα 12 εκατομμύρια.
Από την πλευρά τους, οι επενδυτές, παραμένουν επιφυλακτικοί. Εκπρόσωποι μεγάλων επενδυτικών ομίλων υποστήριξαν ότι η κατάρρευση της κερδοφορίας δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε εξωτερικούς παράγοντες, αλλά αντανακλά αδυναμίες στη λειτουργική αποτελεσματικότητα και στη στρατηγική ανθεκτικότητα της εταιρείας. Το γεγονός ότι η μετοχή δεν έχει ανακτήσει διατηρήσιμα τη δυναμική της μετά το σκάνδαλο των πετρελαιοκινητήρων το 2015 ενισχύει τον σκεπτικισμό, με πολλούς μετόχους να ζητούν πλέον απτές αποδείξεις ότι η μεγαλύτερη αυτοκινητοβιομηχανία της Ευρώπης μπορεί να επιστρέψει σε τροχιά σταθερής ανάπτυξης και ουσιαστικών αποδόσεων για τους επενδυτές της.












