Cayenne Turbo S, Cayenne Turbo GT, 2022, Porsche AG

Τα 20 χρόνια της Cayenne, της τρίτης Porsche, υπήρξαν μια εξαιρετική ιστορία επιτυχίας, όπως το είχε προβλέψει ο Ferry Porsche το 1989: «Αν κατασκευάσουμε ένα μοντέλο εκτός δρόμου σύμφωνα με τα πρότυπα ποιότητάς μας και έχει το έμβλημα Porsche στο μπροστινό μέρος, οι άνθρωποι θα το αγοράσουν».

Αποδείχτηκε πως είχε δίκιο. Από το 2002, η Cayenne είναι ένα από τα κύρια σημεία της παγκόσμιας επιτυχίας της μάρκας Porsche.

«Η Cayenne ήταν πάντα μια σημαντική έλξη για την μάρκας μας – έφερε πολλούς νέους πελάτες και θαυμαστές από όλο τον κόσμο στην Porsche τα τελευταία 20 χρόνια», είπε ο Detlev von Platen, Μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου, Υπέυθυνος Πωλήσεων και Μάρκετινγκ. Η Porsche χρειάστηκε να πάρει κάποιες μεγάλες αποφάσεις στα μέσα της δεκαετίας του 1990 για να εξασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη οικονομική της επιτυχία.

Στις αρχές της δεκαετίας, η εταιρεία βρέθηκε σε μια από τις πιο σημαντικές οικονομικές κρίσεις στην ιστορία της: ήταν στο κόκκινο και παρέδωσε μόνο 23.060 αυτοκίνητα το οικονομικό έτος 1991/92. Με τη Boxster, που κυκλοφόρησε το 1996, η Porsche άρχισε να κάνει ελιγμούς για να βγει από την ύφεση. Γρήγορα όμως έγινε σαφές στη διοίκηση ότι η θρυλική 911 και το νέο μοντέλο με μεσαίο κινητήρα από μόνα τους δεν θα μπορούσαν να οδηγήσουν την εταιρεία σε ένα ασφαλές μέλλον. Τα σχέδια για μια «τρίτη Porsche» άρχισαν να διαμορφώνονται, αν και αρχικά χωρίς μια σταθερή απόφαση για την κατηγορία.

Μετά από σύσταση του τμήματος πωλήσεων των ΗΠΑ, η εταιρεία επέλεξε ένα όχημα εκτός δρόμου αντί για MPV που ήταν επίσης υπό εξέταση. Αυτός ο τύπος οχήματος ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής στη Βόρεια Αμερική – τη μεγαλύτερη αγορά της Porsche εκείνη την εποχή. Ο CEO, Wendelin Wiedeking, είχε επίσης στρέψει την προσοχή του στην αναδυόμενη ασιατική αγορά. Οι φιλοδοξίες ήταν υψηλές από την αρχή: η Porsche δεν αρκέστηκε απλώς στην κατασκευή ενός σπορ SUV συμβατού με τη μάρκα, αλλά είχε ως στόχο να ξεπεράσει τους κορυφαίους ανταγωνιστές της στην κατηγορία off-road.

Το project ‘Colorado’

Αυτό το μεγαλεπήβολο εγχείρημα πραγματοποιήθηκε εν τέλει ως μέρος ενός κοινού προγράμματος με τη Volkswagen, που ονομάστηκε «Colorado» και το οποίο ανακοινώθηκε επίσημα τον Ιούνιο του 1998. Πλέον η Porsche Cayenne και το Volkswagen Touareg θα μοιράζονταν την ίδια πλατφόρμα. Παρά την παρόμοια «αρχιτεκτονική» της πλατφόρμας, κάθε κατασκευαστής θα χρησιμοποιούσε τους δικούς του κινητήρες και διαφορετικές ρυθμίσεις για το αυτοφερόμενο αμάξωμα. Η Porsche ήταν υπεύθυνη για την ανάπτυξη της κοινής πλατφόρμας στην αρχικά άκρως απόρρητη τοποθεσία της στο Hemmingen, ενώ η Volkswagen συνεισέφερε την τεχνογνωσία της για την παραγωγή του αυτοκινήτου σε μεγάλους όγκους.

Το 1999 αποφασίστηκε το αυτοκίνητο να κατασκευάζεται στην Γερμανία και όχι σε άλλη χώρα, χτίζοντας μια νέα μονάδα παραγωγής στην Λειψία, η οποία επίσημα εγκαινιάστηκε τον Αύγουστο του 2002. Από την άλλη, το Touareg θα κατασκευάζονταν στην μονάδα παραγωγής της Volkswagen στην Μπρατισλάβα της Σλοβακίας. Από κει έρχονταν και τα έτοιμα αμαξώματα της Cayenne, των οποίων η τελική συναρμολόγηση γίνονταν στην Σαξονία. Τα μοντέλα πρώτης και δεύτερης γενιάς της Cayenne παράγονταν στην Λειψία, αργότερα δε και στο Osnabruck. Με το λανσάρισμα της 3ης γενιάς το 2017, η Porsche μετέφερε όλη την παραγωγή της Cayenne στην Μπρατισλάβα, προκειμένου να αυξήσει τις δυνατότητες της γραμμής παραγωγής της Λειψίας για την παραγωγή των Panamera και της Macan.

Porsche Cayenne 911 και Boxster, 2002

Οι τεχνικές προδιαγραφές της, έκαναν την Cayenne ένα εύχρηστο οικογενειακό αυτοκίνητο, με αποτέλεσμα τα τελευταία 20 χρόνια να δημιουργήσει την κατηγορία των κορυφαίων sport utility vehicle (SUV). Η πρώτη γενιά (Ε1) είχε όλα όσα θα περίμενε κανείς από μια Porsche. Με επιλογή ανάμεσα σε δύο κινητήρες V8. Στην Cayenne S, ο νέος κινητήρας των 4,5 λίτρων είχε απόδοση 340 ίππων ενώ στην Cayenne Turbo, από την ίδια χωρητικότητα κινητήρα, η απόδοση ανέβαινε θεαματικά στους 450 ίππους.

Σπορ αυτοκίνητο και εκτός δρόμου με άνεση σε μεγάλες αποστάσεις

Η τελική ταχύτητα έφθανε τα 242 και 266 χλμ/ώρα αντίστοιχα, ενώ η οδική συμπεριφορά του αυτοκινήτου ελεγχόταν από νεοεμφανιζόμενα ηλεκτρονικά συστήματα. Στην πρώτη γενιά, η Porsche ενσωμάτωσε το ολοκαίνουριο τότε PASM. Το σύστημα Porsche Active Suspension Management προσφέρονταν σε συνδυασμό με πνευματική ανάρτηση. Υπολόγιζε συνεχώς τις δυνάμεις που επενεργούσαν στις αναρτήσεις, την κατάσταση του δρόμου και τον τρόπο και το στυλ οδήγησης, ενώ βοηθούσε και την οδήγηση εκτός δρόμου. Η ήδη εντυπωσιακή απόσταση από το έδαφος των 21,7 εκατοστών της συμβατικής ανάρτησης, αυξάνονταν στα 27,3 εκατοστά στην πνευματική ανάρτηση.

Εισαγωγή υβριδικών και plug-in υβριδικών συστημάτων μετάδοσης κίνησης

Cayenne S Hybrid, 2010, Porsche AG

Προκειμένου να βελτιώσει την σχέση ανάμεσα στο βάρος και τις επιδόσεις, η δεύτερη γενιά (Ε2) αντί για το δεύτερο κιβώτιο με τις κοντές σχέσεις, εξοπλίστηκε με ένα «on-demand» σύστημα τετρακίνησης, που ελέγχονταν από πολύδισκο συμπλέκτη, σύστημα που υπάρχει και σήμερα. Η Porsche εξέλιξε επιπλέον, νέους plug-in υβριδικούς κινητήρες, που εξοπλίζονταν με κεντρικό διαφορικό Torsen. Όλοι οι κινητήρες είχαν αυξημένη απόδοση και μειωμένη έως και 23% κατανάλωση.

Mε την παρουσίαση της 3ης γενιάς της Cayenne, η Porsche αποχαιρέτησε τους κινητήρες diesel, επικεντρώνοντας την προσοχή της στην εξέλιξη της τεχνολογίας των υβριδικών plug-in. Μια ακόμη σημαντική στιγμή, ήταν η πρώτη παρουσίαση, την άνοιξη του 2019, της ακόμη πιο sport έκδοσης της Cayenne Coupé, με οροφή που χαμήλωνε με αρκετή κλίση στο πίσω μέρος, όπως στην 911.

Κινούμενες μόνο ηλεκτρικά, οι plug-in εκδόσεις της Cayenne 3ης γενιάς, έχουν την δυνατότητα για ταχύτητες έως 135 χλμ/ώρα και αυτονομία έως 44 χιλιόμετρα, εκπέμποντας μηδενικούς ρύπους. Η τυπική κατανάλωση κατά τα πρότυπα WLTP, είναι από 3,1 έως 4,1 λίτρα/100 χλμ. Οι υβριδικές εκδόσεις χρησιμοποιούν 17,9 kWh μπαταρία και έναν ηλεκτροκινητήρα 100 kW.

Η Porsche συνεχίζει να εστιάζει στις ηλεκτρικές επιδόσεις: από το 2019, το πιο ισχυρό μοντέλο είναι ένα plug-in υβριδικό: το Cayenne Turbo S E-Hybrid.

Η πιο δυνατή έκδοση στην γκάμα της Cayenne είναι η Turbo S E-Hybrid, διαθέσιμη από το 2019, με απόδοση 680 ίππων. Από την στάση μέχρι στα 100 χλμ./ώρα, χρειάζεται μόλις 3,8 δευτερόλεπτα. Στις καθημερινές του μετακινήσεις, ο οδηγός επωφελείται από τα έξυπνα, διαφορετικά driving modes και επωφελείται από την εξαιρετική απόδοση, ταυτόχρονα με την χαμηλή κατανάλωση. Από τα πρώτα κιόλας concept car των Cayenne S Hybrid, η Porsche, δεν βασιζόταν σε ένα υβριδικό μοντέλο με διαχωρισμό ισχύος, αλλά σε ένα πλήρες υβριδικό που θα μπορούσε να κινηθεί με τον ηλεκτροκινητήρα του, όχι μόνο κατά την εκκίνηση με χαμηλή ταχύτητα, αλλά και στην συνέχεια, με υψηλότερες ταχύτητες. Η επιλογή αυτή επέτρεψε στο πρωτότυπο να επιτύχει ταχύτητες έως και 120 χλμ/ώρα, χωρίς να εμπλέξει τον κινητήρα εσωτερικής καύσης. Επιπλέον, ο ηλεκτροκινητήρας, βελτίωνε, τόσο την επιτάχυνση, όσο και την ελαστικότητα.

Η πλήρως υβριδική κίνηση παρουσιάστηκε στην αγορά το 2010, με την 2η γενιά Cayenne, ως το πρώτο υβριδικό μοντέλο παραγωγής της Porsche. O συνδυασμός του τρίλιτρου V6 supercharged κινητήρα των 333 ίππων, με τον ηλεκτροκινητήρα των 47 ίππων, έδινε μια συνολική απόδοση 380 ίππων. Ακολούθησε τέσσερα χρόνια αργότερα η πρώτη plug-in υβριδική έκδοση, που ήταν μια πρωτοπορία στην κατηγορία των μεγάλων premium SUV. Η Cayenne S E-Hybrid είχε αυτονομία, κινούμενη μόνο ηλεκτρικά πάνω από 30 χιλιόμετρα. Η μπαταρία nickel-metal hydride είχε αντικατασταθεί από μια lithium-ion, ο κινητήρας εσωτερικής καύσης παρέμενε ο ίδιος, αλλά η απόδοση του ηλεκτροκινητήρα αυξανόταν στους 95 ίππους ανεβάζοντας και την συνδυασμένη απόδοση στους 416 ίππους ή 306 kW.

Τέλος, μετά την παγκόσμια πρεμιέρα της στο Paris Motor Show τον Σεπτέμβριο του 2002, η Cayenne έγινε παγκόσμια επιτυχία, ξεπερνώντας γρήγορα τους στόχους των πωλήσεών της. Αρχικά αναμενόταν να πωλούνται 25.000 μονάδες ετησίως. Στα οκτώ χρόνια παραγωγής των μοντέλων της πρώτης γενιάς, πουλήθηκαν 276.652 αυτοκίνητα, κάτι λιγότερο από 35.000 κάθε χρόνο. Η εκατομμυριοστή Cayenne βγήκε από την γραμμή παραγωγής το καλοκαίρι του 2020, ενώ πέρσι πουλήθηκαν παγκοσμίως πάνω από 80.000 μονάδες.

 

Προηγούμενο άρθροO Λεωνίδας Μισαλάκης στην Jaguar Land Rover
Επόμενο άρθροΕντυπωσιακή η οθόνη του νέου Volkswagen Amarok