Η ευρωπαϊκή πολιτική για τις εκπομπές ρύπων των αυτοκινήτων αποκτά νέα κατεύθυνση, καθώς δύο επιτροπές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ενέκριναν στις 22 Οκτωβρίου συμβιβαστική πρόταση που περιορίζει τον στόχο μείωσης των εκπομπών CO₂ για το 2035 στο 95%, έναντι 100% σήμερα, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2021.
Η πρόταση αφήνει, παράλληλα, περιθώριο για συνέχιση των ταξινομήσεων ορισμένων αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης και υβριδικά συστήματα μετά το 2035. Το σχέδιο προβλέπει επιπλέον αντιστάθμιση 7,5 ποσοστιαίων μονάδων μέσω της χρήσης χάλυβα χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος ευρωπαϊκής παραγωγής. Εφόσον αξιοποιηθεί πλήρως αυτή η δυνατότητα, η απαιτούμενη μείωση των εκπομπών θα μπορούσε να περιοριστεί στο 87,5%, μεταβάλλοντας ουσιαστικά το πλαίσιο που καθορίζει τη μετάβαση της αυτοκινητοβιομηχανίας στην ηλεκτροκίνηση.
Η συμβιβαστική πρόταση προέκυψε έπειτα από διαπραγματεύσεις μεταξύ του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών και της ομάδας Renew Europe. Στην Επιτροπή Βιομηχανίας εγκρίθηκε με 49 ψήφους υπέρ, 27 κατά και πέντε αποχές, ενώ στην Επιτροπή Μεταφορών συγκέντρωσε 27 ψήφους υπέρ, 18 κατά και μία αποχή. Τα αποτελέσματα αποτυπώνουν τη στήριξη της συγκεκριμένης πολιτικής από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία που διαμορφώθηκε γύρω από τον συμβιβασμό.
Η εξέλιξη εντάσσεται στην ευρύτερη προσπάθεια αναθεώρησης των ευρωπαϊκών κανόνων για τις εκπομπές των αυτοκινήτων, στο πλαίσιο της δέσμης μέτρων για την αυτοκινητοβιομηχανία που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στα τέλη του 2025. Η πρόταση της Κομισιόν προέβλεπε μείωση των εκπομπών CO₂ κατά 90% έως το 2035, αντί για πλήρη εξάλειψή τους, με την υποχρέωση αντιστάθμισης του υπόλοιπου 10% μέσω της χρήσης πράσινου χάλυβα και κλιματικά φιλικών καυσίμων.
Σημειώνεται πως η κοινοβουλευτική διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί. Αναμένεται η ψηφοφορία στην Επιτροπή Περιβάλλοντος τον Νοέμβριο και, πιθανότατα, στην Ολομέλεια τον Δεκέμβριο. Στη συνέχεια, θα απαιτηθεί συμφωνία με το Συμβούλιο της ΕΕ, όπου χρειάζεται ειδική πλειοψηφία των κρατών-μελών. Μέχρι τότε, οι τελικοί στόχοι παραμένουν ανοιχτοί σε αλλαγές, με τις αποφάσεις να επηρεάζουν άμεσα τη στρατηγική των κατασκευαστών, τις επενδύσεις και τη σύνθεση της ευρωπαϊκής αγοράς νέων αυτοκινήτων.


