Ο όμιλος Volkswagen (VW) εισέρχεται στην πιο κρίσιμη φάση της αναδιάρθρωσής του, με αποφάσεις που αναμένεται να αναδιαμορφώσουν το παραγωγικό του αποτύπωμα, και κατ΄επέκταση τον ίδιο τον βιομηχανικό χάρτη της Γερμανίας.

Στο επίκεντρο βρίσκεται η συνεδρίαση του εποπτικού συμβουλίου που θα πραγματοποιηθεί σήμερα 9 Ιουλίου, όπου ο διευθύνων σύμβουλος Όλιβερ Μπλούμε καλείται να πείσει μετόχους και εκπροσώπους των εργαζομένων ότι η δραστική μείωση του κόστους αποτελεί μονόδρομο για την επιβίωση του μεγαλύτερου ευρωπαϊκού κατασκευαστή αυτοκινήτων.

Το σχέδιο προβλέπει την κατάργηση παραγωγικής δυναμικότητας ενός εκατομμυρίου οχημάτων ετησίως, το κλείσιμο τεσσάρων εργοστασίων στη Γερμανία και την περικοπή ακόμη 50.000 θέσεων εργασίας, πέρα από τις ισάριθμες μειώσεις προσωπικού που είχαν συμφωνηθεί με τα συνδικάτα πριν από λιγότερο από δύο χρόνια. Η διοίκηση θεωρεί ότι η πίεση από τους ταχύτατα αναπτυσσόμενους κινεζικούς κατασκευαστές, η υποχώρηση της ζήτησης για ηλεκτρικά αυτοκίνητα, η συρρίκνωση των περιθωρίων κέρδους και οι υψηλοί αμερικανικοί δασμοί στις εισαγωγές οχημάτων δεν αφήνουν περιθώρια για καθυστερήσεις.

Στο μικροσκόπιο βρίσκονται οι μονάδες του Τσβίκαου, του Έμντεν, του Νέκαρσουλμ και του Ανόβερου, καθεμία με διαφορετικά χαρακτηριστικά και προοπτικές. Το εργοστάσιο του Τσβίκαου θεωρείται το πιο ευάλωτο. Η Volkswagen είχε επενδύσει περισσότερα από ένα δισεκατομμύριο ευρώ για να το μετατρέψει στην πρώτη αποκλειστικά ηλεκτρική μονάδα παραγωγής του ομίλου, όμως οι αργοί ρυθμοί ανάπτυξης της αγοράς ηλεκτρικών οχημάτων ανέτρεψε τους σχεδιασμούς. Η παραγωγή του ID.3 μεταφέρεται στο Βόλφσμπουργκ, ενώ εντείνεται η φημολογία ότι και το Audi Q4 e-tron θα μπορούσε να μεταφερθεί στο εργοστάσιο του Γκιόρ στην Ουγγαρία. Μετά το 2030 η Volkswagen έχει δεσμευτεί μόνο για τη δημιουργία ενός κέντρου ανακύκλωσης και κυκλικής οικονομίας, το οποίο εκτιμάται ότι θα διατηρήσει περίπου 1.000 θέσεις εργασίας.

Παρά τη δυσμενή εικόνα, το Τσβίκαου διαθέτει ισχυρή πολιτική στήριξη, καθώς αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους βιομηχανικούς πυλώνες της ανατολικής Γερμανίας. Η κυβέρνηση της Σαξονίας έχει ήδη προτείνει την παραγωγή μοντέλων της Volkswagen που θα έχουν εξελιχθεί στην Κίνα και θα προορίζονται για την ευρωπαϊκή αγορά, ένα σενάριο που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα φάνταζε αδιανόητο, αλλά σήμερα θεωρείται μία από τις ελάχιστες ρεαλιστικές λύσεις.

Αβέβαιο παραμένει και το μέλλον του εργοστασίου στο Νέκαρσουλμ, όπου η Audi εξακολουθεί να βασίζεται κυρίως σε μοντέλα με κινητήρες εσωτερικής καύσης, όπως τα A5 και A6. Αν και η παραγωγή έχει ανακάμψει, η μονάδα δεν διαθέτει ακόμη έναν ηλεκτρικό διάδοχο μεγάλης εμπορικής απήχησης. Παράλληλα, η Audi εξετάζει την ενίσχυση της παραγωγικής της παρουσίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, ώστε να περιορίσει τις επιπτώσεις των δασμών. Την ίδια στιγμή, η Porsche μελετά τη μεταφορά της παραγωγής του Cayenne από τη Μπρατισλάβα στη Λειψία, εξέλιξη που θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτές μετακινήσεις μοντέλων εντός του ομίλου και να στερήσει από το Νέκαρσουλμ τα βασικά του προϊόντα.

Στο Έμντεν, η Volkswagen έχει επίσης επενδύσει δισεκατομμύρια ευρώ για τη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, ωστόσο η παραγωγή των ID.4 και ID.7 εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τα επίπεδα που απαιτούνται για την πλήρη αξιοποίηση του εργοστασίου. Μεταφορά επιπλέον παραγωγής από το Τσβίκαου ή ακόμη και η κατασκευή κινεζικής τεχνολογίας ηλεκτρικών μοντέλων για την ευρωπαϊκή αγορά εξετάζονται πλέον ως σοβαρές εναλλακτικές.

Το Ανόβερο αντιμετωπίζει επίσης χαμηλή αξιοποίηση των εγκαταστάσεών του, καθώς οι πωλήσεις του ηλεκτρικού ID. Buzz δεν επιβεβαίωσαν τις αρχικές προσδοκίες. Ωστόσο, διαθέτει ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα. Η Volkswagen έχει επιλέξει τη συγκεκριμένη μονάδα ως κέντρο παραγωγής του αυτόνομου ID. Buzz AD για τη θυγατρική Moia, μαζί με τα προηγμένα συστήματα αισθητήρων και υπολογιστών που θα υποστηρίζουν τις τεχνολογίες αυτόνομης οδήγησης. Επιπλέον, η Κάτω Σαξονία, η οποία ελέγχει το 20,2% των δικαιωμάτων ψήφου της Volkswagen, θεωρείται απίθανο να επιτρέψει το κλείσιμο μιας τόσο σημαντικής βιομηχανικής μονάδας.

Παρά τις πιέσεις, άμεση απόφαση για το ποια εργοστάσια θα βάλουν οριστικά λουκέτο θεωρείται δύσκολη. Μετά την πρόσφατη αποχώρηση της εκπροσώπου των μετόχων Σουζάνε Βίγκαντ από το εποπτικό συμβούλιο, οι εκπρόσωποι των εργαζομένων διαθέτουν προσωρινά την πλειοψηφία, γεγονός που περιορίζει σημαντικά τις δυνατότητες της διοίκησης να επιβάλει τις προτάσεις της. Αναλυτές εκτιμούν ότι ο Όλιβερ Μπλούμε έχει περίπου 50% πιθανότητες να εξασφαλίσει την απαιτούμενη στήριξη, με το πιθανότερο σενάριο να είναι ένας συμβιβασμός που θα περιορίζει τα λουκέτα σε δύο εργοστάσια αντί για τέσσερα. Αναμφίβολα, το αποτέλεσμα της συνεδρίασης θα κρίνει το μέλλον χιλιάδων εργαζομένων και φυσικά την ικανότητα του ομίλου να προσαρμοστεί στη νέα εποχή της παγκόσμιας αυτοκινητοβιομηχανίας.

  • Προηγούμενο άρθροΣτρατηγική συνεργασία incharge και Ελληνικός Χρυσός
    Επόμενο άρθροΗ Πελοπόννησος «υποδέχτηκε» το Ferrari Cavalcade