
Ο Ola Källenius, Πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (ACEA) και Διευθύνων Σύμβουλος της Mercedes-Benz, με επιστολή του προς τους Ευρωπαίους ηγέτες, προειδοποιεί ότι η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία αντιμετωπίζει στασιμότητα και απειλή αποβιομηχάνισης. Παράλληλα, ζητά ενίσχυση παραγωγής και επενδύσεων στην Ευρώπη, ρεαλιστική και τεχνολογικά ουδέτερη πράσινη πολιτική για οχήματα, καθώς και επιτάχυνση ανανέωσης του στόλου μέσω απλοποίησης κανονισμών, προκειμένου να διασφαλιστεί το βιομηχανικό μέλλον της ηπείρου.
Οι τρεις προτεραιότητες που θέτει:
1) Ενίσχυση της ανθεκτικότητας και διαχείριση κρίσιμων εξαρτήσεων δημιουργώντας περισσότερη αξία στην Ευρώπη και αποτρέποντας την αποβιομηχάνιση, με ταυτόχρονη οικοδόμηση ρεαλιστικών συνεργασιών που ενισχύουν τις δυνατότητες και επιταχύνουν την ανάπτυξη βασικών τεχνολογιών:
Οι συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου, όπως αυτές με την Ινδία και τη Mercosur, θα πρέπει να εγκριθούν άμεσα από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη μέλη της ΕΕ και να εφαρμοστούν χωρίς καθυστέρηση.
Οι πολιτικές που ενισχύουν την παραγωγή και τις επενδύσεις στην Ευρώπη θα πρέπει να βασίζονται σε κίνητρα και να εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια επαναβιομηχάνισης.
2) Υλοποίηση μιας ρεαλιστικής, πορείας αποανθρακοποίησης με «τρεις άξονες» για αυτοκίνητα, van, λεωφορεία και φορτηγά, με φιλόδοξους στόχους, που παραμένουν ευέλικτοι και τεχνολογικά ουδέτεροι για να αντέξουν σε κρίσεις και εξωτερικούς περιορισμούς:
Η πρόταση της Επιτροπής για τροποποίηση του κανονισμού CO2 για αυτοκίνητα και van δεν είναι επαρκής. Η ευελιξία συμμόρφωσης για αυτοκίνητα και van για το 2030 πρέπει να ενισχυθεί. Τα van απαιτούν πρόσθετα ειδικά μέτρα λόγω των ιδιαιτεροτήτων τους. Δεν υπάρχει λόγος να καθυστερήσει ο μηχανισμός αποζημίωσης μέχρι το 2035, καθώς η πρόωρη εφαρμογή του θα επιταχύνει την ανάπτυξη της αγοράς για βιώσιμα καύσιμα και γενικότερα την «πράσινη» μετάβαση. Παράλληλα, η στοχευμένη τροποποίηση που παρέχει στους κατασκευαστές φορτηγών μεγαλύτερη ευελιξία για τη δημιουργία περισσότερων μονάδων εκπομπών και τη διευκόλυνση της συμμόρφωσης με τους στόχους του 2030, πρέπει να υιοθετηθεί άμεσα.
3) Αντιστροφή της πτωτικής πορείας παραγωγής οχημάτων στην Ευρώπη:
Με τους στόλους οχημάτων να αυξάνουν την ηλικία τους και τις ρυθμιστικές απαιτήσεις να πληθαίνουν συνεχώς – ιδιαίτερα στην κατηγορία μικρών και οικονομικών αυτοκινήτων, καθιστώντας ολοένα και πιο δύσκολη την κατασκευή προσιτών αυτοκινήτων στην Ευρώπη – η παραγωγή στην ΕΕ παρουσιάζει στασιμότητα.
Είναι αναγκαίο να επιταχύνουμε την ανανέωση του στόλου, να εντάξουμε την απλοποίηση ως μόνιμο στοιχείο στη χάραξη πολιτικής (π.χ. το Euro 7 για τα βαρέα οχήματα χρειάζεται ριζική απλοποίηση, ώστε να απελευθερωθούν επενδύσεις για την ηλεκτροκίνηση) και να συντονίζουμε τα ρυθμιστικά «πακέτα» με τους κύκλους ανάπτυξης των οχημάτων, αντί για συνεχή τμηματική νομοθέτηση.
Ακολουθεί ολόκληρη η επιστολή:
“Από την Εφεύρεση στην Ανεξαρτησία: Ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Αυτοκινητοβιομηχανίας μέσω Καινοτομίας, Ανοιχτών Αγορών και Ρεαλιστικής Πράσινης Πολιτικής
Αξιότιμοι ηγέτες της ΕΕ,
Αξιότιμη Πρόεδρε της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Αξιότιμη Πρόεδρε του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,
Φέτος συμπληρώνονται 140 χρόνια από την εφεύρεση του αυτοκινήτου – μια εφεύρεση που γεννήθηκε στην Ευρώπη και στη συνέχεια άλλαξε τον κόσμο. Το αυτοκίνητο δεν αντικατέστησε την ιππήλατη άμαξα επειδή επιβλήθηκε από το κράτος, αλλά επειδή ήταν απλώς η καλύτερη λύση – μια λύση που βελτίωσε βαθιά την ποιότητα της ανθρώπινης ζωής.
Πιστεύω ακράδαντα ότι η ίδια αυτή αρχή ισχύει και για τις σημερινές μας προκλήσεις: οι ευρωπαίοι κατασκευαστές μπορούν να κερδίσουν κατασκευάζοντας προϊόντα που οι πελάτες επιλέγουν επειδή είναι ανώτερα. Ωστόσο, η αριστεία των προϊόντων από μόνη της δεν θα είναι αρκετή. Η ιστορία της επιτυχίας μας θα εξαρτηθεί από μια ρεαλιστική ρύθμιση, ανοιχτές αγορές, νέες υποδομές και ζήτηση στην αγορά, καθώς και από μια ισχυρή βιομηχανική στρατηγική που στηρίζει τη μεταποίηση στην Ευρώπη.
Παραμένουμε προσηλωμένοι στη μετάβαση με την ηλεκτροκίνηση στον πυρήνα της και συνεχίζουμε να επενδύουμε στην Ευρώπη. Ο παγκόσμιος ανταγωνισμός όμως έχει ενταθεί και οι αλυσίδες εφοδιασμού έχουν γίνει πιο εύθραυστες. Ο προστατευτισμός αυξάνεται, ενώ το ελεύθερο εμπόριο τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η νέα γεωπολιτική κατάσταση απαιτεί διαφορετικό σχέδιο δράσης. Περισσότερο από ποτέ, η καινοτομία, η ανθεκτικότητα της αλυσίδας αξίας και, πάνω απ’ όλα, η οικονομική ανάπτυξη πρέπει να αποτελούν κορυφαίες προτεραιότητες.
Τρεις στόχοι παραμένουν σταθεροί για να διασφαλιστεί η ισχύς της βιομηχανίας μας – και, κατ’ επέκταση, η επιτυχία της Ευρώπης.
Πρώτον, η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία ευθυγραμμίζεται πλήρως με τη φιλοδοξία της ΕΕ για το 2026 όσον αφορά την ενίσχυση της ανθεκτικότητας και τη διαχείριση κρίσιμων εξαρτήσεων όπου αυτές δημιουργούν ευαλωτότητα. Οι σημερινές μας αλυσίδες αξίας έχουν βελτιστοποιηθεί για την παγκοσμιοποίηση επί πολλές δεκαετίες· η συμπλήρωσή τους θα απαιτήσει χρόνο και σημαντικές επενδύσεις. Η ανθεκτικότητα δεν πρέπει να συγχέεται με την απομόνωση. Παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις περί τέλους της εποχής του ελεύθερου εμπορίου, η ΕΕ παραμένει ένας από τους πιο ελκυστικούς εμπορικούς εταίρους παγκοσμίως, όπως αποδεικνύει η υπογραφή συμφωνίας ελεύθερου εμπορίου με την Ινδία. Ελπίζω ότι αυτό θα δώσει νέα ώθηση στις συνεχιζόμενες εμπορικές διαπραγματεύσεις της ΕΕ με άλλες περιοχές.
Ενθαρρύνουμε επίσης την ολοκλήρωση συμφωνίας με την Αυστραλία και την Ένωση Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Είναι όμως καθοριστικό το επίπεδο φιλοδοξίας που επιδεικνύει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά τη σύναψη αυτών των συμφωνιών να αντικατοπτρίζεται στην προθυμία των κρατών-μελών της ΕΕ και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να τις εγκρίνουν. Αναγνωρίζουμε την πολιτική ευαισθησία ορισμένων από αυτές τις συμφωνίες, αλλά πλέον υπάρχει συσσώρευση ήδη συναφθεισών συμφωνιών που πρέπει να επικυρωθούν νομικά. Ιδίως, καλούμε τους ευρωβουλευτές να δώσουν τη συγκατάθεσή τους στη Mercosur προς όφελος των βιομηχανικών τομέων της Ευρώπης και της οικονομίας της συνολικά.
Συμμεριζόμαστε τον στόχο της δημιουργίας περισσότερης αξίας στην Ευρώπη και της αποτροπής της αποβιομηχάνισης. Κατανοούμε ότι υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτό, διατηρώντας παράλληλα την Ευρώπη ανοιχτή στις επιχειρήσεις και οικοδομώντας ρεαλιστικές συνεργασίες που ενισχύουν τις δυνατότητές μας, επιταχύνοντας ταυτόχρονα την ανάπτυξη των τεχνολογιών που χρειάζεται η Ευρώπη. Κάθε πολιτική για την ενίσχυση της παραγωγής και των επενδύσεων στην Ευρώπη θα πρέπει να βασίζεται πρωτίστως σε κίνητρα και να εντάσσεται σε μια ευρύτερη ώθηση βιομηχανικής ανασυγκρότησης: ταχύτερες και απλούστερες αδειοδοτήσεις, χαμηλότερο ενεργειακό κόστος για τη βιομηχανία, υψηλότερη παραγωγικότητα εργασίας, προβλέψιμη στήριξη για τις αρχικές επενδύσεις και τα συνεχιζόμενα λειτουργικά κόστη – ιδίως για την κλιμάκωση της παραγωγής μπαταριών αμιγώς ηλεκτρικών οχημάτων (EV) στην Ευρώπη.
Αυτό με οδηγεί στον δεύτερο στόχο: ρεαλιστική απανθρακοποίηση. Μόνο μια βιομηχανία που παραμένει παγκοσμίως ανταγωνιστική – και διατηρεί το εξαγωγικό της πλεονέκτημα – μπορεί να κινητοποιήσει τις επενδύσεις που απαιτούνται για απανθρακοποίηση σε μεγάλη κλίμακα. Το καθήκον τώρα είναι να ολοκληρωθεί το έργο με μια ρεαλιστική προσέγγιση με «τρεις άξονες» για επιβατικά αυτοκίνητα, vans, λεωφορεία και φορτηγά. Αυτή η προσέγγιση θα πρέπει να έχει φιλόδοξους στόχους, αλλά να παραμένει ευέλικτη και τεχνολογικά ουδέτερη, ώστε η μετάβαση να μπορεί να αντέχει σε κραδασμούς και σε παράγοντες εκτός του ελέγχου της αυτοκινητοβιομηχανίας. Δεν πρόκειται για αποδυνάμωση της κλιματικής φιλοδοξίας· πρόκειται για τη διασφάλιση ότι το πλαίσιο απανθρακοποίησης θα στηρίζει επίσης την οικονομική ασφάλεια της Ευρώπης.
Μια στοχευμένη τροποποίηση που θα παρέχει ευελιξία στους κατασκευαστές φορτηγών ώστε να δημιουργούν περισσότερες μονάδες αντιστάθμισης εκπομπών και να διευκολύνεται η συμμόρφωση με τους στόχους του 2030 θα πρέπει να υιοθετηθεί κατά προτεραιότητα. Η τρέχουσα πρόταση της Επιτροπής για ευελιξίες συμμόρφωσης όσον αφορά τους στόχους μείωσης εκπομπών CO2 για επιβατικά αυτοκίνητα και vans έως το 2030 δεν είναι επαρκής και θα πρέπει να ενισχυθεί από το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο. Τα vans βρίσκονται σε ιδιαίτερα δύσκολη θέση, καθώς το μερίδιο αγοράς των ηλεκτρικών vans μόλις ξεπερνά το δέκα τοις εκατό των νέων ταξινομήσεων. Όσον αφορά τους στόχους CO2 για επιβατικά αυτοκίνητα και vans το 2035, η αναβολή του μηχανισμού αντιστάθμισης έως το 2035 είναι περιττή, καθώς μία πρόωρη εφαρμογή θα επιτάχυνε την ανάπτυξη της αγοράς βιώσιμων καυσίμων και προηγμένων πράσινων υλικών.
Αλλά, η άμεση δοκιμασία για επιβατικά αυτοκίνητα και vans θα έρθει έως το 2030. Για την επίτευξη αυτών των στόχων, το μερίδιο αγοράς των αμιγώς ηλεκτρικών οχημάτων θα πρέπει να αυξηθεί δραματικά έως το τέλος της δεκαετίας – και αυτό δεν θα συμβεί χωρίς συνεπή κίνητρα ζήτησης σε όλα τα κράτη-μέλη, τιμές ηλεκτρικής ενέργειας σημαντικά πιο ελκυστικές από εκείνες των ορυκτών καυσίμων και ταχύτερη ανάπτυξη των υποδομών φόρτισης. Οι καταναλωτές πρέπει να αισθάνονται ότι παρακινούνται και όχι ότι εξαναγκάζονται να στραφούν στη νέα τεχνολογία. Η αναθεώρηση του 2026 του Κανονισμού για τις Υποδομές Εναλλακτικών Καυσίμων αποτελεί κρίσιμη ευκαιρία για αύξηση της φιλοδοξίας εκεί όπου έχει τη μεγαλύτερη σημασία. Χρειαζόμαστε υποδομές και συνθήκες που να στηρίζουν μια καθοδηγούμενη από την αγορά υιοθέτηση οχημάτων μηδενικών εκπομπών (ZEV). Ταυτόχρονα, το πλαίσιο χρειάζεται μια αξιόπιστη «βαλβίδα ασφαλείας» και ευελιξίες, εάν οι αναγκαίες προϋποθέσεις – όπως η στήριξη της ζήτησης και οι υποδομές – δεν υλοποιηθούν με τον απαιτούμενο ρυθμό. Ενώ η πρόταση για Καθαρά Εταιρικά Οχήματα αναγνωρίζει την ανάγκη δημιουργίας μέτρων ζήτησης, χρειάζεται επαναστάθμιση με κίνητρα για την επιτάχυνση της αναγκαίας, καθοδηγούμενης από την αγορά μετάβασης προς την κινητικότητα μηδενικών εκπομπών.
Τρίτον, πρέπει να αντιστρέψουμε τη μείωση της παραγωγής οχημάτων στην Ευρώπη – παραγωγής που είναι ουσιώδης για ολόκληρο το οικοσύστημα της αυτοκινητοβιομηχανίας, καθώς και για τις θέσεις εργασίας, τις επενδύσεις και τη διατήρηση κρίσιμων δεξιοτήτων στην ήπειρό μας. Η ευρωπαϊκή παραγωγή παραμένει σημαντικά κάτω από τα προ της COVID επίπεδα και η πρόκληση επιτείνεται από έναν γηρασμένο στόλο οχημάτων που αυξάνει τις εκπομπές. Η πίεση στην κερδοφορία είναι πιο έντονη στην κατηγορία εισαγωγικού επιπέδου, όπου οι διαρκώς αυξανόμενες κανονιστικές απαιτήσεις καθιστούν ολοένα και πιο μη βιώσιμη την κατασκευή προσιτών μικρών αυτοκινήτων στην Ευρώπη. Αυτό καθιστά την ατομική κινητικότητα απρόσιτη για πολλούς Ευρωπαίους. Αντί να θεσπίζονται συνεχώς μεμονωμένοι και αποσπασματικοί κανονισμοί, η Επιτροπή θα πρέπει να προχωρήσει σε συγκροτημένα «πακέτα» ρυθμίσεων, ευθυγραμμισμένα με τους κύκλους ανάπτυξης των οχημάτων, παρέχοντας ασφάλεια στον βιομηχανικό σχεδιασμό. Ουσιαστικές πρωτοβουλίες απλοποίησης της νομοθεσίας δεν πρέπει να αποτελούν μεμονωμένο γεγονός, αλλά αναπόσπαστο και διαρκές μέρος της χάραξης πολιτικής· για παράδειγμα, το Euro 7 για βαρέα οχήματα χρειάζεται ριζική απλοποίηση ώστε να απελευθερωθούν επενδύσεις για την ηλεκτροκίνηση.
Παράλληλα, πρέπει να επιταχύνουμε την ανανέωση του στόλου. Η Ευρώπη διαθέτει περισσότερα από 250 εκατομμύρια αυτοκίνητα στους δρόμους της, με μέσο όρο ηλικίας σχεδόν 13 έτη. Έξυπνα κίνητρα για επιτάχυνση της ανανέωσης του στόλου, στοχευμένα στα παλαιότερα και υψηλότερων εκπομπών οχήματα, αποτελούν τον ταχύτερο τρόπο τόνωσης της ζήτησης, ενίσχυση της αξιοποίησης των εργοστασίων και μείωσης των εκπομπών. Και παράλληλα, η απανθρακοποίηση των καυσίμων πρέπει να μειώσει τις εκπομπές από τον υφιστάμενο στόλο – συμπληρώνοντας τη μετάβαση προς καθαρότερα οχήματα.
Για το τρέχον έτος, η Επιτροπή τιτλοφόρησε το ετήσιο πρόγραμμα εργασίας της «Η Στιγμή της Ανεξαρτησίας της Ευρώπης», υπογραμμίζοντας την ώθηση προς μεγαλύτερη αυτάρκεια σε έναν ολοένα πιο αμείλικτο κόσμο. Συμφωνούμε. Η Ευρώπη δοκιμάζεται από δυνάμεις που αναδιαμορφώνουν το εμπόριο, την ασφάλεια, την ενέργεια και την τεχνολογία. Ο τομέας της αυτοκινητοβιομηχανίας μας δοκιμάζεται περισσότερο από όλους. Σε αυτή τη συγκυρία, η ACEA και κάθε μέλος της ένωσής μας είναι έτοιμοι να συνεργαστούν με τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τους εταίρους σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας για να επενδύσουν, να καινοτομήσουν και να διασφαλίσουν το βιομηχανικό μέλλον της Ευρώπης – για τα επόμενα 140 χρόνια.
Με εκτίμηση,
Ola Källenius
Πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (ACEA) και Διευθύνων Σύμβουλος της Mercedes-Benz”













