
Η Βρετανία κάνει ένα βήμα πίσω στους φιλόδοξους στόχους της για την ηλεκτροκίνηση, ανοίγοντας τη συζήτηση για χαλάρωση του συστήματος που πιέζει τις αυτοκινητοβιομηχανίες να αυξάνουν τις πωλήσεις ηλεκτρικών μοντέλων (EV). Η απόφαση προσφέρει περιθώριο ελιγμών στους κατασκευαστές, την ώρα που η ζήτηση από τους καταναλωτές δεν ακολουθεί τον ρυθμό που απαιτεί το κυβερνητικό σχέδιο.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε στις 14 Αυγούστου ότι δεν εγκαταλείπει τον στόχο για ουσιαστικό τέλος στις πωλήσεις νέων αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης το 2030, αλλά ξεκινά διαβούλευση για το πώς θα εφαρμοστούν οι ενδιάμεσοι στόχοι. Η επανεξέταση, που ήταν προγραμματισμένη για το 2027, επισπεύδεται καθώς η αγορά ηλεκτρικών οχημάτων παρουσιάζει σημάδια επιβράδυνσης.
Τα αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα αντιπροσωπεύουν φέτος σχεδόν το 28% των νέων ταξινομήσεων στη Βρετανία, σύμφωνα με τη Society of Motor Manufacturers & Traders, έναντι ετήσιου στόχου 33%. Το ποσοστό παραμένει υψηλότερο από εκείνο αρκετών μεγάλων ευρωπαϊκών αγορών, αλλά δεν επαρκεί για την επίτευξη των υφιστάμενων απαιτήσεων.
Οι αυτοκινητοβιομηχανίες που δεν πετυχαίνουν τους στόχους αντιμετωπίζουν πρόστιμα έως και 12.000 λίρες ανά όχημα, γεγονός που έχει εντείνει τις πιέσεις προς την κυβέρνηση. Το Λονδίνο εξετάζει εάν θα πρέπει να παρατείνει ορισμένες από τις ευελιξίες που ισχύουν σήμερα και λήγουν το 2029, καθώς και ποια μέτρα μπορούν να ενισχύσουν τη ζήτηση.
Για τους κατασκευαστές, η εξέλιξη αποτελεί σημαντική πολιτική νίκη. Η SMMT υποστηρίζει ότι οι κανονιστικοί στόχοι έχουν ξεπεράσει τον ρυθμό της πραγματικής ζήτησης, οδηγώντας τις εταιρείες σε επιθετικές εκπτώσεις προκειμένου να αυξήσουν τις πωλήσεις ηλεκτρικών μοντέλων.
Η αλλαγή, ωστόσο, προκαλεί αντιδράσεις από τον κλάδο της ηλεκτροκίνησης. Εταιρείες υποδομών φόρτισης προειδοποιούν ότι η χαλάρωση των κανόνων μπορεί να αποθαρρύνει τις ιδιωτικές επενδύσεις σε φορτιστές, σε μια κρίσιμη περίοδο για την ανάπτυξη του δικτύου που απαιτείται για τη μετάβαση.
Το ζήτημα έχει και σαφή πολιτική διάσταση. Η κυβέρνηση θέλει να στηρίξει μια βιομηχανία που απασχολεί δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους, ιδιαίτερα στη βόρεια Αγγλία, όπου βρίσκονται σημαντικές μονάδες παραγωγής. Η ενίσχυση της βιομηχανικής βάσης αποτελεί παράλληλα βασικό μέρος της προσπάθειας της κυβέρνησης να περιορίσει τις περιφερειακές οικονομικές ανισότητες.
Η Βρετανία δεν είναι η μόνη χώρα που επανεξετάζει την πορεία της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη κινηθεί προς μια πιο ευέλικτη προσέγγιση, χαλαρώνοντας τις αρχικές απαιτήσεις για την κατάργηση των αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης.
Το δίλημμα γίνεται έτσι όλο και πιο σύνθετο. Η κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη στήριξη της αυτοκινητοβιομηχανίας και την επίτευξη των κλιματικών στόχων, χωρίς να υπονομεύσει την αγορά υποδομών που είναι απαραίτητη για την ηλεκτροκίνηση.
Η εξέλιξη δείχνει ότι η μετάβαση στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα εισέρχεται σε μια πιο δύσκολη φάση, όπου οι πολιτικοί στόχοι, οι επενδύσεις και η πραγματική ζήτηση των καταναλωτών δεν κινούνται πλέον στον ίδιο ρυθμό.










