Ο όμιλος Volkswagen επιταχύνει ένα ευρύ σχέδιο αναδιάρθρωσης που αποσκοπεί στη δραστική μείωση του κόστους και στην ενίσχυση της κερδοφορίας. Υπό την ηγεσία του διευθύνοντος συμβούλου Όλιβερ Μπλούμε, ο γερμανικός κολοσσός σχεδιάζει έως το 2030 να περιορίσει την πολυπλοκότητα των προϊόντων του κατά 75% και να μειώσει σχεδόν στο μισό το παγκόσμιο χαρτοφυλάκιο των περίπου 150 μοντέλων που διαθέτει σήμερα. Η στρατηγική δεν επικεντρώνεται σε θεαματικές καταργήσεις μοντέλων, αλλά στην εξάλειψη μοντέλων με αλληλοκαλυπτόμενη εμπορική τοποθέτηση, εκδόσεων περιορισμένης ζήτησης και εκατοντάδων διαφορετικών συνδυασμών κινητήρων, εξοπλισμού και τεχνολογικών επιλογών που επιβαρύνουν σημαντικά το κόστος εξέλιξης και παραγωγής.

Η Volkswagen εκτιμά ότι η απλοποίηση της γκάμας θα επιτρέψει ταχύτερους κύκλους ανάπτυξης, μεγαλύτερους όγκους παραγωγής ανά μοντέλο και υψηλότερα λειτουργικά περιθώρια, με στόχο την επιστροφή στο 8%-10%. Η ευρωπαϊκή αγορά θα αποτελέσει βασικό πεδίο εφαρμογής των αλλαγών, χωρίς όμως να είναι η μοναδική, καθώς η αναδιάρθρωση θα επεκταθεί σε όλες τις διεθνείς δραστηριότητες του ομίλου.

Στη μάρκα Volkswagen, οι επενδύσεις θα επικεντρωθούν στα μοντέλα που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά των πωλήσεων, όπως τα Golf, Tiguan, T-Roc και Passat, αλλά και στα στρατηγικής σημασίας ηλεκτρικά οχήματα της οικογένειας ID. Αντίθετα, όσα μοντέλα δεν καταφέρνουν να δημιουργήσουν ουσιαστικό εμπορικό αποτύπωμα βρίσκονται πλέον στο μικροσκόπιο. Το Touran έχει ήδη ολοκληρώσει την παραγωγική του πορεία, το T-Roc Cabriolet αναμένεται να αποσυρθεί το επόμενο έτος, ενώ το ηλεκτρικό ID.5 δύσκολα θα αποκτήσει διάδοχο, καθώς οι επιδόσεις του υπολείπονται αισθητά εκείνων του συγγενικού ID.4. Παρόμοια αβέβαιο θεωρείται και το μέλλον του Taigo, το οποίο επικαλύπτεται εμπορικά με τα T-Cross και T-Roc.

Αντίστοιχη στρατηγική ακολουθεί και η Audi, η οποία έχει ήδη ξεκινήσει τον εξορθολογισμό της γκάμας της καταργώντας τα εισαγωγικά A1 και Q2, μοντέλα που προσέφεραν περιορισμένα περιθώρια κέρδους. Παράλληλα εξετάζεται η δραστική μείωση των Sportback εκδόσεων, καθώς αυξάνουν την πολυπλοκότητα της παραγωγής χωρίς να προσελκύουν σημαντικό αριθμό νέων αγοραστών. Η επικείμενη προσθήκη του μεγάλου SUV Q9 θα διευρύνει τη γκάμα των SUV της Audi σε επτά διαφορετικά μοντέλα, γεγονός που αναμένεται να οδηγήσει σε νέα αξιολόγηση για το ποια από αυτά έχουν πραγματικά θέση στη μελλοντική στρατηγική της εταιρείας.

Το μεγαλύτερο στρατηγικό ερωτηματικό αφορά τις δύο ισπανικές μάρκες του ομίλου. Η Cupra εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια σε μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες και πιο κερδοφόρες φίρμες της Volkswagen Group, απορροφώντας το μεγαλύτερο μέρος των νέων επενδύσεων και διευρύνοντας συνεχώς την παρουσία της στις διεθνείς αγορές. Στον αντίποδα, η Seat βλέπει τη σημασία της να υποχωρεί σταθερά, καθώς η συνύπαρξη δύο εμπορικών σημάτων με παρόμοια προϊόντα γίνεται ολοένα δυσκολότερο να δικαιολογηθεί. Παρότι η διοίκηση επιμένει ότι η Seat εξακολουθεί να έχει μέλλον, η δραστική μείωση του συνολικού αριθμού μοντέλων ενδέχεται να περιορίσει τη γκάμα της σε ελάχιστα αυτοκίνητα ή ακόμη και να οδηγήσει στη σταδιακή εξαφάνιση της μάρκας.

Σε σαφώς πιο ευνοϊκή θέση βρίσκεται η Skoda. Η τσεχική εταιρεία διαθέτει ήδη μία λιτή και αποδοτική γκάμα, η οποία καλύπτει σχεδόν όλα τα βασικά τμήματα της αγοράς μέσω των Fabia, Octavia, Kamiq, Karoq, Kodiaq και Enyaq. Για τον λόγο αυτό οι επικείμενες αλλαγές αναμένεται να περιοριστούν κυρίως στη μείωση των διαθέσιμων κινητήρων, επιπέδων εξοπλισμού και τοπικών εκδόσεων, ενώ το μέλλον των Fabia, Scala και Kamiq με κινητήρες εσωτερικής καύσης θα εξαρτηθεί από τις επόμενες γενιές τους και την πορεία της ηλεκτροκίνησης.

Στην Porsche, η αναδιάρθρωση δεν αφορά τόσο τα ίδια τα μοντέλα όσο τον τεράστιο αριθμό εκδόσεων που προσφέρονται. Η εμβληματική 911 διατίθεται σήμερα σε δεκάδες παραλλαγές, από τις Carrera και GTS έως τις Turbo και GT3, γεγονός που αυξάνει σημαντικά το κόστος εξέλιξης, πιστοποίησης και παραγωγής. Οι 911, Cayenne και Macan παραμένουν αδιαπραγμάτευτοι πυλώνες της στρατηγικής της εταιρείας, ενώ οι αμιγώς ηλεκτρικές Cayman και Boxster εξακολουθούν να προγραμματίζονται για το 2027. Αντίθετα, το μέλλον της Taycan και της Panamera παραμένει ανοιχτό, καθώς η υποχώρηση της ζήτησης για την ηλεκτρική λιμουζίνα έχει ενισχύσει τα σενάρια που θέλουν την Porsche να διατηρεί μακροπρόθεσμα μόνο μία μεγάλη σεντάν, είτε ηλεκτρική είτε με κινητήρα εσωτερικής καύσης.

Στην πραγματικότητα, ο μεγαλύτερος στόχος της Volkswagen Group δεν είναι η μείωση του αριθμού των αυτοκινήτων που κατασκευάζει, αλλά η δραστική απλοποίηση κάθε μοντέλου. Η συρρίκνωση των διαθέσιμων κινητήρων, μπαταριών, εκδόσεων λογισμικού, συστημάτων υποβοήθησης, εσωτερικών διαμορφώσεων και προαιρετικού εξοπλισμού αναμένεται να μειώσει σημαντικά το κόστος παραγωγής και να αυξήσει την αποδοτικότητα των εργοστασίων. Για τους καταναλωτές αυτό πιθανότατα θα σημαίνει λιγότερες επιλογές εξατομίκευσης, για τον γερμανικό όμιλο όμως αποτελεί το βασικό στοίχημα προκειμένου να διασφαλίσει υψηλότερη κερδοφορία και μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα σε μια αυτοκινητοβιομηχανία που αλλάζει με πρωτοφανή ταχύτητα.

  • Προηγούμενο άρθροΝέο Renault Twingo: Ευελιξία, αποδοτικότητα και στυλ…
    Επόμενο άρθροFord Lease: Σταθερό κόστος, ολοκληρωμένες υπηρεσίες