
Ο όμιλος Volkswagen προχωρά στη μεγαλύτερη αναδιάρθρωση της σύγχρονης ιστορίας του, εγκαταλείποντας το μοντέλο ανάπτυξης που τον μετέτρεψε στον μεγαλύτερο κατασκευαστή αυτοκινήτων της Ευρώπης και επιχειρώντας μια συνολική επανεκκίνηση απέναντι στη ραγδαία μεταβολή της παγκόσμιας αγοράς.
Το σχέδιο που παρουσίασε ο Διευθύνων Σύμβουλος, Όλιβερ Μπλούμε στις 9 Ιουλίου κατά τη συνεδρίαση του εποπτικού συμβουλίου της Volkswagen, στα κεντρικά γραφεία του ομίλου στο Βόλφσμπουργκ της Γερμανίας, σηματοδοτεί μια βαθιά αλλαγή στρατηγικής, με δραστική συρρίκνωση της γκάμας των μοντέλων, περιορισμό της παραγωγικής δυναμικότητας και εκτεταμένες παρεμβάσεις με στόχο τη μείωση του κόστους, καθώς ο γερμανικός όμιλος βρίσκεται αντιμέτωπος με ολοένα εντονότερο ανταγωνισμό από τις κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες, αυξανόμενες γεωπολιτικές πιέσεις και τη συνεχιζόμενη υποχώρηση της κερδοφορίας του.
Η μεγαλύτερη αλλαγή αφορά το ίδιο το χαρτοφυλάκιο προϊόντων του ομίλου, με περιορισμό έως και κατά 50% των περίπου 150 σειρών μοντέλων που διαθέτει σήμερα μέσω των εμπορικών σημάτων Volkswagen, Audi, Porsche, Skoda, Seat, Cupra, Bentley, Lamborghini και των επαγγελματικών οχημάτων, εγκαταλείποντας λιγότερο αποδοτικά προϊόντα και επικεντρώνοντας τις επενδύσεις του στις κατηγορίες με τη μεγαλύτερη ζήτηση και τα υψηλότερα περιθώρια κέρδους. Στο ίδιο πλαίσιο, θα μειώσει την ετήσια παραγωγική του δυνατότητα στα 9 εκατομμύρια οχήματα από 10 εκατομμύρια σήμερα, προσαρμόζοντας τη βιομηχανική του βάση στις νέες συνθήκες της αγοράς.
Πέραν αυτών, η διοίκηση σχεδιάζει να περιορίσει έως και κατά 75% την πολυπλοκότητα των διαθέσιμων εκδόσεων και επιλογών εξοπλισμού, επιδιώκοντας απλούστερη παραγωγή, ταχύτερες διαδικασίες εξέλιξης νέων μοντέλων και σημαντική εξοικονόμηση πόρων σε ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα. Η μείωση της πολυπλοκότητας θεωρείται κομβικό στοιχείο της στρατηγικής, καθώς ο γερμανικός κολοσσός επιδιώκει να μειώσει τόσο το μεταβλητό, όσο και το σταθερό κόστος παραγωγής.
Η εκρηκτική ανάπτυξη των κινέζων κατασκευαστών έχει ανατρέψει τις ισορροπίες στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία, οι αυξημένες δαπάνες εργασίας, οι αυστηρότεροι περιβαλλοντικοί κανονισμοί και οι αμερικανικοί δασμοί στις εισαγωγές έχουν συμπιέσει σημαντικά τα περιθώρια κέρδους. Μέσα στην περίοδο 2021-2025, η λειτουργική κερδοφορία του ομίλου μειώθηκε περίπου στο μισό, εντείνοντας τις πιέσεις για μια αναγκαία – ριζική αναδιάρθρωση του επιχειρηματικού μοντέλου.
Παρότι η διοίκηση απέφυγε να ανακοινώσει συγκεκριμένες αποφάσεις για το εργατικό δυναμικό, οι πληροφορίες από τη Γερμανία κάνουν λόγο για σχέδιο που θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάργηση έως και 100.000 θέσεων εργασίας, αριθμός σχεδόν διπλάσιος από εκείνον που είχε συζητηθεί μέχρι σήμερα. Την ίδια ώρα, εξετάζεται το σταδιακό κλείσιμο τεσσάρων εργοστασίων στη Γερμανία, στις μονάδες του Ανόβερου, του Έμντεν, του Τσβικάου και στο εργοστάσιο της Audi στο Νέκαρσουλμ, με την υλοποίηση να εκτείνεται έως τα μέσα της επόμενης δεκαετίας. Αν και το εποπτικό συμβούλιο δεν έλαβε σχετική απόφαση, το ενδεχόμενο αυτό προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από τα συνδικάτα και τους εργαζόμενους, οι οποίοι πραγματοποίησαν κινητοποιήσεις έξω από τα κεντρικά γραφεία του ομίλου στο Βόλφσμπουργκ, προειδοποιώντας για κλιμάκωση της σύγκρουσης εφόσον επιβεβαιωθούν τα σενάρια μαζικών απολύσεων και κλεισίματος εργοστασίων.
Μέχρι στιγμνής, το σχέδιο Μπλούμε, δεν έχει πείσει τις αγορές ούτε τους αναλυτές. Οίκοι όπως οι Bloomberg Intelligence, Bernstein και UBS επισημαίνουν ότι, παρά τη σαφή παραδοχή πως απαιτούνται βαθιές τομές, ο όμιλος VW εξακολουθεί να αποφεύγει τις δύσκολες αποφάσεις παρουσιάζοντας ένα σχέδιο με περιορισμένες λεπτομέρειες για τον τρόπο υλοποίησης. Οι αναλυτές εκτιμούν ότι οι διαπραγματεύσεις με τα ισχυρά εργατικά συνδικάτα, τις οικογένειες Πόρσε και Πιχ που ελέγχουν τον όμιλο, αλλά και την κυβέρνηση της Κάτω Σαξονίας, η οποία συμμετέχει στο εποπτικό συμβούλιο, ενδέχεται να καθυστερήσουν κρίσιμες παρεμβάσεις.
Παράλληλα, προειδοποιούν ότι η Volkswagen κινδυνεύει να βρεθεί πίσω από τις εξελίξεις, καθώς οι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες προετοιμάζονται για έναν νέο, επιθετικό πόλεμο τιμών στην Ευρώπη, επιδιώκοντας να αντισταθμίσουν την επιβράδυνση της εγχώριας αγοράς τους. Για τον γερμανικό κολοσσό, η αναδιάρθρωση αποτελεί αναγκαιότητα και όχι επιλογή, με τις αποφάσεις των επόμενων μηνών να θεωρούνται καθοριστικές για το μέλλον της μεγαλύτερης αυτοκινητοβιομηχανίας της Ευρώπης.













