Η διοίκηση της Volkswagen (VW) εξετάζει ένα νέο, ακόμη πιο εκτεταμένο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, το οποίο θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάργηση έως και 50.000 επιπλέον θέσεων εργασίας. Εάν οι σχεδιασμοί προχωρήσουν, οι συνολικές περικοπές προσωπικού θα μπορούσαν να αγγίξουν τις 100.000, σηματοδοτώντας τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση που έχει επιχειρήσει ποτέ ο γερμανικός όμιλος.

Η απόφαση δεν προκύπτει μόνο από την ανάγκη περιορισμού του κόστους, αλλά αντανακλά τις βαθιές αλλαγές που συντελούνται στην παγκόσμια αυτοκινητοβιομηχανία. Η επιβράδυνση της ζήτησης στην Κίνα, η οποία για χρόνια αποτελούσε τη σημαντικότερη αγορά της Volkswagen, η μειωμένη δυναμική στις Ηνωμένες Πολιτείες, η άνοδος του προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο και η αυξανόμενη πίεση από τους Κινέζους κατασκευαστές ηλεκτρικών οχημάτων έχουν διαμορφώσει ένα εντελώς διαφορετικό, πιο απαιτητικό επιχειρηματικό περιβάλλον. Την ίδια στιγμή, το υψηλό ενεργειακό και εργασιακό κόστος στη Γερμανία εξακολουθεί να περιορίζει την ανταγωνιστικότητα των εργοστασίων του ομίλου, ενώ η παραγωγική δυναμικότητα στην Ευρώπη θεωρείται πλέον δυσανάλογη σε σχέση με τη σημερινή ζήτηση.

Ο διευθύνων σύμβουλος Όλιβερ Μπλούμε εμφανίζεται αποφασισμένος να αναθεωρήσει το παραδοσιακό μοντέλο ανάπτυξης της Volkswagen, το οποίο επί δεκαετίες βασιζόταν στην εξέλιξη και την παραγωγή οχημάτων στη Γερμανία με προορισμό τις διεθνείς αγορές. Σύμφωνα με στελέχη της εταιρείας, η στρατηγική αυτή δεν ανταποκρίνεται πλέον στις νέες συνθήκες της αγοράς, γεγονός που οδηγεί τη διοίκηση στην αναζήτηση πιο ευέλικτων και οικονομικά αποδοτικών λύσεων.

Στο τραπέζι βρίσκονται η μεταφορά μεγαλύτερου μέρους της παραγωγής σε εργοστάσια της Ανατολικής Ευρώπης, όπου το λειτουργικό κόστος είναι σημαντικά χαμηλότερο, η απλοποίηση των πλατφορμών και των μοντέλων, καθώς και η περαιτέρω μείωση διοικητικών και μηχανολογικών θέσεων. Εκτός αυτών, εξετάζεται το μέλλον μονάδων όπως εκείνες στο Έμντεν, το Ανόβερο, το Τσβικάου και το εργοστάσιο της Audi στο Νέκαρσουλμ, των οποίων το παραγωγικό αντικείμενο μετά την ολοκλήρωση των σημερινών προγραμμάτων παραμένει αβέβαιο.

Ωστόσο, η υλοποίηση ενός τόσο φιλόδοξου σχεδίου δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη διοίκηση. Η ιδιαίτερη δομή εταιρικής διακυβέρνησης της Volkswagen μετατρέπει κάθε μεγάλη απόφαση σε μια περίπλοκη διαδικασία διαπραγμάτευσης μεταξύ ισχυρών κέντρων επιρροής. Οι οικογένειες Πόρσε και Πιχ, που μέσω της Porsche SE διατηρούν τον έλεγχο του ομίλου, εμφανίζονται θετικές σε βαθύτερες μεταρρυθμίσεις, καθώς η βελτίωση της κερδοφορίας θεωρείται απαραίτητη μετά τις σημαντικές απώλειες αξίας που έχουν καταγραφεί τα τελευταία χρόνια τόσο στη Volkswagen όσο και στην Porsche.

Στον αντίποδα, τα εργατικά συνδικάτα εξακολουθούν να αποτελούν τον σημαντικότερο ανασταλτικό παράγοντα. Η ισχυρή παρουσία της IG Metall και των εκπροσώπων των εργαζομένων στο εποπτικό συμβούλιο επιτρέπει στα συνδικάτα να επηρεάζουν καθοριστικά τις στρατηγικές αποφάσεις. Η πρόεδρος του συμβουλίου εργαζομένων, Ντανιέλα Καβάλο, έχει επανειλημμένα απορρίψει κάθε ενδεχόμενο κλεισίματος εργοστασίων, υποστηρίζοντας ότι οποιαδήποτε μείωση προσωπικού θα πρέπει να προκύψει αποκλειστικά μέσω εθελούσιων αποχωρήσεων και προγραμμάτων αποζημίωσης.

Εξίσου καθοριστικός είναι και ο ρόλος του κρατιδίου της Κάτω Σαξονίας, το οποίο διατηρεί ποσοστό 20% στη Volkswagen. Χάρη στον ειδικό νόμο που διέπει την εταιρεία, διαθέτει δικαίωμα αρνησικυρίας σε κρίσιμες αποφάσεις, γεγονός που δυσκολεύει ιδιαίτερα οποιοδήποτε σχέδιο αφορά εργοστάσια της περιοχής, όπου απασχολούνται περισσότεροι από 20.000 εργαζόμενοι. Παράλληλα, το Κατάρ, τρίτος μεγαλύτερος μέτοχος με δικαιώματα ψήφου 17,4%, παραμένει σημαντικός παράγοντας στις ισορροπίες του ομίλου, καθώς οι γεωπολιτικές του προτεραιότητες ενδέχεται να επηρεάσουν συγκεκριμένες επιχειρηματικές επιλογές.

Για τη Volkswagen, η αναδιάρθρωση αποτελεί πλέον μια δοκιμασία που θα κρίνει εάν μπορεί να προσαρμοστεί στη νέα εποχή της ηλεκτροκίνησης, του εντεινόμενου διεθνούς ανταγωνισμού και των μεταβαλλόμενων εμπορικών ισορροπιών. Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο ποιες μονάδες ή θέσεις εργασίας θα χαθούν, αλλά αν η ιστορική γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία θα καταφέρει να μετασχηματιστεί έγκαιρα, χωρίς να διαρρήξει τις εύθραυστες ισορροπίες ανάμεσα στους μετόχους, την πολιτική εξουσία και τους εργαζομένους που επί δεκαετίες διαμόρφωσαν το μοναδικό μοντέλο διοίκησής της.

  • Προηγούμενο άρθροFord: Θέμα χρόνου η είσοδος των Κινέζων στις ΗΠΑ
    Επόμενο άρθροΗ συμφωνία Arval-Athlon αναδιαμορφώνει την αγορά leasing