Ένα εφετείο των Ηνωμένων Πολιτειών αποφάνθηκε στις 29 Αυγούστου ότι οι περισσότερες από τις δασμολογικές επιβαρύνσεις που επέβαλε ο Ντόναλντ Τραμπ είναι παράνομες, υπονομεύοντας τη χρήση τους από τον Ρεπουμπλικανό πρόεδρο ως βασικό εργαλείο της διεθνούς οικονομικής πολιτικής του.

Το δικαστήριο επέτρεψε οι δασμοί να παραμείνουν σε ισχύ έως τις 14 Οκτωβρίου, ώστε να δοθεί στην κυβέρνηση Τραμπ η ευκαιρία να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ.

«Η δικαστική απόφαση ανατρέπει το έργο Τραμπ και προσθέτει τεράστια δόση αβεβαιότητας στο παγκόσμιο εμπορικό τοπίο», δηλώνει ο Έσγουαρ Πρασάντ, διακεκριμένος καθηγητής οικονομικών στο Κορνέλ.

Σε ανάρτησή του (στο Truth), ωστόσο, λίγο μετά την έκδοση της απόφασης, ο Τραμπ τόνισε ότι οι δασμοί παραμένουν σε ισχύ και χαρακτήρισε το εφετείο «έντονα κομματικοποιημένο».

Ο Τραμπ έχει καταστήσει τους δασμούς κεντρικό πυλώνα της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ στη δεύτερη θητεία του, χρησιμοποιώντας τους για να ασκήσει πολιτική πίεση και να επαναδιαπραγματευθεί εμπορικές συμφωνίες με χώρες που εξάγουν προϊόντα στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι δασμοί έδωσαν στην κυβέρνηση Τραμπ μοχλό πίεσης ώστε να αποσπά οικονομικές παραχωρήσεις από εμπορικούς εταίρους, αλλά ταυτόχρονα αύξησαν τη μεταβλητότητα στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

«Ο νόμος παρέχει σημαντική εξουσία στον Πρόεδρο να προβαίνει σε σειρά ενεργειών σε περίπτωση κηρυγμένης εθνικής έκτακτης ανάγκης, αλλά καμία από αυτές δεν περιλαμβάνει ρητώς την εξουσία επιβολής δασμών, τελών ή παρόμοιων φόρων, ούτε την εξουσία επιβολής φόρων», ανέφερε το δικαστήριο.

Το Υπουργείο Οικονομικών, το Γραφείο του Αμερικανού Εκπροσώπου Εμπορίου και το Υπουργείο Εμπορίου δεν αντέδρασαν άμεσα στην απόφαση.

Η απόφαση του Ομοσπονδιακού Εφετείου για την Περιφέρεια της Ουάσιγκτον αφορούσε τη νομιμότητα των λεγόμενων «ανταποδοτικών» δασμών που επέβαλε ο Τραμπ τον Απρίλιο στο πλαίσιο του εμπορικού του πολέμου, καθώς και ενός ξεχωριστού πακέτου δασμών που επιβλήθηκαν τον Φεβρουάριο εναντίον της Κίνας, του Καναδά και του Μεξικού.

Η απόφαση του δικαστηρίου δεν επηρεάζει δασμούς που επιβλήθηκαν βάσει άλλης νομικής εξουσιοδότησης, όπως οι δασμοί του Τραμπ στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου.

Ο Τραμπ δικαιολόγησε και τα δύο αυτά πακέτα δασμών –καθώς και πιο πρόσφατες επιβαρύνσεις– βάσει του Νόμου περί Διεθνών Εξουσιών Οικονομικής Έκτακτης Ανάγκης (IEEPA). Ο νόμος αυτός δίνει στον πρόεδρο την εξουσία να αντιμετωπίζει «ασυνήθιστες και εξαιρετικές» απειλές κατά τη διάρκεια εθνικών εκτάκτων αναγκών.

«Φαίνεται απίθανο ότι το Κογκρέσο, θεσπίζοντας τον IEEPA, είχε την πρόθεση να απομακρυνθεί από την πάγια πρακτική του και να παραχωρήσει στον Πρόεδρο απεριόριστη εξουσία να επιβάλλει δασμούς», σημείωσε το δικαστήριο. «Ο νόμος ούτε αναφέρει δασμούς (ή κάποιο συνώνυμο) ούτε περιέχει διαδικαστικές εγγυήσεις που να θέτουν σαφή όρια στην εξουσία του Προέδρου να τους επιβάλλει».

Ο νόμος του 1977 είχε χρησιμοποιηθεί ιστορικά για την επιβολή κυρώσεων σε εχθρικά κράτη ή το πάγωμα περιουσιακών τους στοιχείων. Ο Τραμπ, ο πρώτος πρόεδρος που τον αξιοποίησε για την επιβολή δασμών, υποστήριξε ότι τα μέτρα δικαιολογούνται λόγω εμπορικών ανισορροπιών, της παρακμής της αμερικανικής βιομηχανικής ισχύος και της διασυνοριακής διακίνησης ναρκωτικών.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Τραμπ υποστήριξε ότι ο νόμος επιτρέπει δασμούς στο πλαίσιο εκτάκτων διατάξεων που δίνουν στον πρόεδρο εξουσία να «ρυθμίζει» ή να αποκλείει πλήρως τις εισαγωγές.

Ο Τραμπ κήρυξε εθνική έκτακτη ανάγκη τον Απρίλιο, με το σκεπτικό ότι οι ΗΠΑ εισάγουν περισσότερα από όσα εξάγουν — κάτι που συμβαίνει εδώ και δεκαετίες. Υποστήριξε ότι το επίμονο εμπορικό έλλειμμα υπονομεύει τη βιομηχανική ικανότητα και την αμυντική ετοιμότητα των ΗΠΑ. Για τους δασμούς του Φεβρουαρίου κατά Κίνας, Καναδά και Μεξικού, ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι ήταν αναγκαίοι επειδή οι χώρες αυτές δεν έκαναν αρκετά για να σταματήσουν τη διέλευση παράνομου φαιντανύλης στα αμερικανικά σύνορα — ισχυρισμό που οι χώρες αυτές αρνήθηκαν.

Το εφετείο αποφάνθηκε για δύο υποθέσεις: μία που άσκησαν πέντε μικρές αμερικανικές επιχειρήσεις και μία δεύτερη που άσκησαν δώδεκα πολιτείες υπό Δημοκρατική ηγεσία, οι οποίες υποστήριξαν ότι ο IEEPA δεν εξουσιοδοτεί την επιβολή δασμών.

Το Σύνταγμα παραχωρεί στο Κογκρέσο, και όχι στον πρόεδρο, την εξουσία επιβολής φόρων και δασμών, και κάθε μεταβίβαση αυτής της εξουσίας πρέπει να είναι τόσο ρητή όσο και περιορισμένη, σύμφωνα με τις αγωγές.

Το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου των ΗΠΑ με έδρα τη Νέα Υόρκη είχε αποφανθεί ήδη από τις 28 Μαΐου κατά των δασμολογικών πολιτικών του Τραμπ, κρίνοντας ότι ο πρόεδρος υπερέβη την εξουσία του όταν επέβαλε και τα δύο σετ των αμφισβητούμενων δασμών. Στην τριμελή σύνθεση συμμετείχε και δικαστής που είχε διοριστεί από τον ίδιο τον Τραμπ στην πρώτη του θητεία.

Ένα άλλο δικαστήριο στην Ουάσιγκτον είχε επίσης αποφανθεί ότι ο IEEPA δεν εξουσιοδοτεί τους δασμούς του Τραμπ, με την κυβέρνηση να έχει ήδη ασκήσει έφεση σε αυτήν την απόφαση. Τουλάχιστον οκτώ αγωγές έχουν κατατεθεί κατά των δασμολογικών πολιτικών του Τραμπ, μεταξύ αυτών και μία από την πολιτεία της Καλιφόρνια.

Προηγούμενο άρθροNissan: Πρωτοποριακή τεχνολογία ψυχρού ψεκασμού εδρών βαλβίδων στον νέο κινητήρα e-Power
Επόμενο άρθροBYD – IAA Mobility 2025: Eνίσχυση της δυναμικής στην Ευρώπη