Με παραγωγή έως 335.000 μπαταριών ηλεκτρικών οχημάτων ετησίως και μετάβαση στην αρχιτεκτονική cell-to-pack με χημεία LFP, η Skoda αναλαμβάνει κεντρικό ρόλο στη στρατηγική εξηλεκτρισμού του Volkswagen Group, μειώνοντας το κόστος των μπαταριών κατά 30% και ενισχύοντας την ευρωπαϊκή εφοδιαστική αλυσίδα.

Στο πλαίσιο αυτό, η Skoda Auto επενδύει 205 εκατ. ευρώ στη Mladá Boleslav και μετατρέπει το βασικό της εργοστάσιο στον μεγαλύτερο παραγωγό συστημάτων μπαταριών BEV του Volkswagen Group. Η νέα μονάδα δεν είναι απλώς μια επέκταση παραγωγής· αποτελεί στρατηγική κίνηση με σαφές βιομηχανικό και γεωπολιτικό αποτύπωμα, καθώς ενισχύει την ευρωπαϊκή αυτάρκεια σε έναν τομέα όπου η Ασία – και κυρίως η Κίνα – διατηρεί σήμερα ισχυρό προβάδισμα.

Η εγκατάσταση εκτείνεται σε 55.000 τ.μ., ολοκληρώθηκε σε λιγότερο από 12 μήνες και λειτουργεί ήδη σε πλήρη βιομηχανική κλίμακα και παράγει μπαταρίες με αρχιτεκτονική cell-to-pack με ρυθμό ενός «πακέτου» (battery pack) ανά 60 δευτερόλεπτα: περισσότερα από 1.100 ημερησίως και έως 335.000 ετησίως. Η παραγωγή πραγματοποιείται σε στενή συνεργασία με το Volkswagen Group Technology Center of Excellence Battery, ενσωματώνοντας την τεχνογνωσία του Ομίλου σε μεγάλη κλίμακα.

Η ουσία της επένδυσης δεν βρίσκεται μόνο στους αριθμούς αλλά και στην τεχνολογική εξέλιξη: Η Skoda γίνεται η πρώτη μονάδα του Ομίλου στην Ευρώπη που παράγει συστήματα cell-to-pack, εγκαταλείποντας τη μέχρι τώρα αρχιτεκτονική cell-to-module.

Στην πράξη, η νέα δομή καταργεί τα ενδιάμεσα modules και ενσωματώνει απευθείας τις κυψέλες στο πακέτο της μπαταρίας. Αυτό μειώνει την πολυπλοκότητα, περιορίζει τα δομικά υλικά και επιτρέπει καλύτερη εκμετάλλευση του διαθέσιμου χώρου. Το αποτέλεσμα είναι χαμηλότερο κόστος, βελτιωμένη ενεργειακή πυκνότητα σε επίπεδο συστήματος και απλούστερη γραμμή παραγωγής.

Κεντρικό ρόλο παίζει η χρήση τυποποιημένων κυψελών (Unified Cells) και η μετάβαση στη χημεία LFP (φωσφορικού σιδήρου λιθίου). Σε συνδυασμό με την πλήρη εσωτερικοποίηση της διαδικασίας, η Skoda αναφέρει μείωση κόστους κατά 30% σε σύγκριση με τις υφιστάμενες μπαταρίες NMC (Νικελίου – Μαγγανίου – Κοβαλτίου). Πρόκειται για ποσοστό με ουσιαστική σημασία, καθώς η μπαταρία παραμένει το ακριβότερο επιμέρους στοιχείο ενός ηλεκτρικού οχήματος.

Η επιλογή χημείας LFP αντανακλά επίσης τη στροφή της ευρωπαϊκής βιομηχανίας προς πιο ανθεκτικές και οικονομικά αποδοτικές λύσεις για μοντέλα ευρείας παραγωγής. Η συγκεκριμένη χημεία δεν βασίζεται σε νικέλιο και κοβάλτιο, μειώνοντας την εξάρτηση από πρώτες ύλες με ασταθή εφοδιασμό και υψηλό κόστος.

Παραγωγή «made in Europe» με υψηλή αυτοματοποίηση

Η νέα μονάδα λειτουργεί με ποσοστό αυτοματοποίησης 84% και 131 βιομηχανικά ρομπότ. Η διαδικασία καλύπτει ολόκληρη την αλυσίδα: από τη διαχείριση και προετοιμασία κυψελών έως την τοποθέτηση σε συστοιχίες, τη συγκόλληση ακριβείας και την τελική συναρμολόγηση του τελικού πακέτου – δηλαδή ολόκληρης της μπαταρίας.

Σύμφωνα με τον Andreas Dick, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Skoda Auto για Παραγωγή και Logistics, από το 2019 έχουν κατασκευαστεί περίπου 1,4 εκατομμύρια συστήματα μπαταριών στη Mladá Boleslav. Η παραγωγή cell-to-pack αποτελεί το επόμενο στάδιο εσωτερικοποίησης κρίσιμων διαδικασιών, ενισχύοντας την τεχνογνωσία της εταιρίας και τη θέση της εντός του Brand Group Core.

Η ετήσια δυναμικότητα των 335.000 συστημάτων καλύπτει όχι μόνο τις ανάγκες της Skoda, αλλά και άλλων μαρκών του Ομίλου. Παράλληλα, το βασικό εργοστάσιο μπορεί μελλοντικά να υποστηρίζει παραγωγή έως 200.000 ηλεκτρικών οχημάτων ετησίως.

Για την υλοποίηση του εγχειρήματος, 600 εργαζόμενοι επανεκπαιδεύτηκαν ή προσλήφθηκαν σε νέες ειδικότητες, στοιχείο που υπογραμμίζει τη βιομηχανική σημασία της επένδυσης για την Τσεχία.

Πολιτική και στρατηγική διάσταση

Στα εγκαίνια παρευρέθηκαν, μεταξύ άλλων, ο πρωθυπουργός της Τσεχίας Andrej Babiš, ο υπουργός Βιομηχανίας και Εμπορίου Karel Havlíček, ο Thomas Schäfer – Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου της Skoda και CEO της μάρκας Volkswagen – καθώς και ο CEO της Skoda Auto Klaus Zellmer.

Ο Thomas Schäfer χαρακτήρισε τη μονάδα βασικό πυλώνα της στρατηγικής εξηλεκτρισμού του Ομίλου, επισημαίνοντας ότι λειτουργεί ήδη σε πλήρη βιομηχανική κλίμακα και ενισχύει ουσιαστικά την ευρωπαϊκή αλυσίδα παραγωγής μπαταριών. Από την πλευρά του, ο Klaus Zellmer συνέδεσε την επένδυση με τη συνολική προσπάθεια απανθρακοποίησης της αλυσίδας παραγωγής, σημειώνοντας ότι η εταιρία μετατρέπει τον κεντρικό της σταθμό από άνθρακα σε βιομάζα, με στόχο μείωση εκπομπών CO₂ κατά περίπου 274.000 τόνους έως το 2027.

Η στρατηγική διάσταση είναι σαφής: η Ευρώπη επιδιώκει να ενισχύσει την ανθεκτικότητα της εφοδιαστικής αλυσίδας μπαταριών και να περιορίσει την εξάρτηση από ασιατικούς προμηθευτές. Παρότι οι κυψέλες εξακολουθούν σε αυτή τη φάση να προέρχονται σε μεγάλο βαθμό από Ασιάτες κατασκευαστές, η εσωτερικοποίηση της συναρμολόγησης και η τυποποίηση των στοιχείων αποτελούν βήμα προς μεγαλύτερη αυτονομία.

Επιτάχυνση της ηλεκτροκίνησης

Η επένδυση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Skoda επιταχύνει τον εξηλεκτρισμό της γκάμας της. Το 2025 υπερδιπλασίασε τις παραδόσεις BEV και κατέκτησε την τέταρτη θέση στις πωλήσεις ηλεκτρικών μοντέλων στην Ευρώπη, με το Elroq να αναδεικνύεται δεύτερο σε πωλήσεις BEV μοντέλο στην ευρωπαϊκή αγορά.

Το 2026 η εταιρία διπλασιάζει το πλήρως ηλεκτρικό της χαρτοφυλάκιο, με το Epiq να στοχεύει στην προσιτή ηλεκτροκίνηση και το Peaq να τοποθετείται υψηλότερα στη γκάμα. Η παραγωγή μπαταριών στη Mladá Boleslav δημιουργεί τις προϋποθέσεις για σταθερό εφοδιασμό και καλύτερο έλεγχο κόστους, στοιχείο κρίσιμο σε μια αγορά που πιέζεται από τον κινεζικό ανταγωνισμό.

Το ευρύτερο πλαίσιο

Η επένδυση της Skoda δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός, αλλά μέρος της συνολικής στρατηγικής μπαταριών του Volkswagen Group, η οποία συνδυάζει εσωτερική παραγωγή και συνεργασίες με τρίτους. Στόχος είναι η εξισορρόπηση κόστους, τεχνολογικής εξέλιξης και ασφάλειας εφοδιασμού.

Με τη Mladá Boleslav να λειτουργεί πλέον ως κεντρικός κόμβος παραγωγής συστημάτων μπαταριών για το Brand Group Core, η Skoda αναλαμβάνει ρόλο που υπερβαίνει τα όρια μιας παραδοσιακής μάρκας. Γίνεται κατασκευαστής κρίσιμων υποσυστημάτων, με επιρροή στο κόστος, στην τεχνολογική κατεύθυνση και στην ανταγωνιστικότητα των ηλεκτρικών μοντέλων του Ομίλου.

Σε μια περίοδο όπου το κόστος και η εφοδιαστική ασφάλεια καθορίζουν την πορεία της ηλεκτροκίνησης, η συγκεκριμένη επένδυση αποκτά σημασία που ξεπερνά τα 205 εκατ. ευρώ. Αποτελεί ένδειξη ότι η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία επιχειρεί να ανακτήσει έδαφος σε έναν τομέα που θα καθορίσει την επόμενη δεκαετία.

Θυμίζουμε ότι:

*Οι μπαταρίες NMC (Nickel-Manganese-Cobalt) χρησιμοποιούν κάθοδο από οξείδιο νικελίου-μαγγανίου-κοβαλτίου (LiNiMnCoO₂), με διαφορετικές αναλογίες των τριών μετάλλων, άνοδο συνήθως γραφίτη και ηλεκτρολύτη λιθίου. Οι μπαταρίες LFP (Lithium-Iron-Phosphate) έχουν κάθοδο φωσφορικού σιδήρου-λιθίου (LiFePO₄), άνοδο γραφίτη και αντίστοιχο οργανικό ηλεκτρολύτη λιθίου, χωρίς χρήση κοβαλτίου ή νικελίου.

**Στο Cell to Module, το οποίο χρησιμοποιούσε μέχρι τώρα το VW Group, οι κυψέλες (τα στοιχεία) ομαδοποιούνται πρώτα σε επιμέρους μονάδες “modules” οι οποίες στη συνέχεια συναρμολογούνται για να προκύψει η ολοκληρωμένη συστοιχία – battery pack – δηλαδή η ολοκληρωμένη μπαταρία. Στο Cell to Pack καταργούνται τα ενδιάμεσα modules και οι κυψέλες τοποθετούνται απευθείας στο pack, μειώνοντας βάρος και πολυπλοκότητα και αυξάνοντας την ενεργειακή πυκνότητα σε επίπεδο συστήματος. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που μειώνεται το κόστος παραγωγής.

  • Προηγούμενο άρθροΖημιά 22,3 δισ. ευρώ για την Stellantis το 2025